Μια ιδιαίτερη και αναπάντεχη εικόνα παρουσιάζει ο τομέας της Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D) στη χώρα μας. Ενώ τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα παρουσιάζουν αισθητή αύξηση, το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό εμφανίζει σημάδια συρρίκνωσης.
Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα που προέρχονται από το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου (ΕΚΤ), ο προϋπολογισμός που διατέθηκε για δραστηριότητες R&D ανήλθε σε 3,621 δισεκατομμύρια ευρώ, σηματοδοτώντας αύξηση 7,6% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Η «Ένταση Ε&Α», ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), διαμορφώθηκε στο 1,53%, τοποθετώντας την Ελλάδα στη 13η θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα, το συνολικό απασχολούμενο προσωπικό, μετρούμενο σε Ισοδύναμα Πλήρους Απασχόλησης (ΙΠΑ), παρουσίασε μείωση 5,7%, φτάνοντας τις 69.124 θέσεις. Ακόμη πιο εμφανής είναι η κάμψη στις θέσεις που αφορούν αποκλειστικά την έρευνα, οι οποίες μειώθηκαν κατά 6,9%, περιοριζόμενες στις 50.892.
Ο ιδιωτικός τομέας αναδεικνύεται ως ο βασικός κινητήριος μοχλός της ερευνητικής δραστηριότητας, απορροφώντας το 54,8% των συνολικών δαπανών, που αντιστοιχούν σε 1,98565 δισεκατομμύρια ευρώ. Στις επιχειρήσεις, 23.012 εργαζόμενοι απασχολούνται σε δραστηριότητες έρευνας (33,3% του συνόλου), εκ των οποίων οι 16.632 είναι ερευνητές.
Οι τομείς που πρωτοστατούν στη χρηματοδότηση είναι η Ενημέρωση και Επικοινωνία (304,75 εκατ. ευρώ), τα Ορυχεία και Λατομεία (299,31 εκατ. ευρώ), οι Χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες (254,91 εκατ. ευρώ), οι Επαγγελματικές και Επιστημονικές υπηρεσίες (203,04 εκατ. ευρώ), το Εμπόριο (199,89 εκατ. ευρώ) και η Φαρμακοβιομηχανία (196,16 εκατ. ευρώ). Ο διευρυμένος τομέας Πληροφοριών και Επικοινωνίας, συνολικά, συγκέντρωσε 361,43 εκατ. ευρώ.
Εκπαίδευση, Κρατικοί Φορείς και Πηγές Χρηματοδότησης
Ο τομέας της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση σε δαπάνες, με 911,03 εκατ. ευρώ (25,2% του συνόλου). Η πλειονότητα των κονδυλίων κατευθύνθηκε στη βασική έρευνα (525,94 εκατ. ευρώ), ακολουθούμενη από την εφαρμοσμένη έρευνα (310,64 εκατ. ευρώ). Τα πεδία της Ιατρικής (254,73 εκατ. ευρώ) και των Επιστημών Μηχανικού (230,26 εκατ. ευρώ) προσέλκυσαν τα υψηλότερα χρηματικά ποσά. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση συγκεντρώνει επίσης το μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού, απασχολώντας 29.860 άτομα, εκ των οποίων οι 24.353 είναι ερευνητές.
Ο κρατικός τομέας κατέγραψε δαπάνες 706,52 εκατ. ευρώ (19,5% του συνόλου), με την απασχόληση να ανέρχεται σε 15.898 θέσεις εργασίας (9.649 ερευνητές). Στον τομέα αυτό εντάσσονται ερευνητικά κέντρα, δημόσια μουσεία, νοσοκομεία και εφορείες αρχαιοτήτων, με την Ιατρική (193,35 εκατ. ευρώ) και τις Επιστήμες Μηχανικού (149,68 εκατ. ευρώ) να βρίσκονται στην κορυφή των προτιμήσεων. Τέλος, τα ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα σημείωσαν δαπάνες 18,16 εκατ. ευρώ, απασχολώντας 354 εργαζομένους.
Όσον αφορά την προέλευση των χρηματοδοτήσεων, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις συνεισέφεραν 1,68279 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ το κράτος χρηματοδότησε έργα με 1,16446 δισεκατομμύρια ευρώ (μέσω τακτικού προϋπολογισμού, ΕΣΠΑ, Ταμείου Ανάκαμψης και Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης). Επιπρόσθετα, 476,98 εκατ. ευρώ προήλθαν από ανταγωνιστικά ευρωπαϊκά προγράμματα.
Το Στοίχημα της Διατήρησης Ταλέντων
Η μείωση του προσωπικού δεν συνεπάγεται απαραίτητα νέα «διαρροή εγκεφάλων» προς το εξωτερικό, καθώς τα στοιχεία του ΕΚΤ αφορούν τις θέσεις εργασίας και όχι τις αιτίες μεταβολής τους. Παρόλα αυτά, η διατήρηση του ταλέντου παραμένει ένα κρίσιμο ζήτημα.
Μια μελέτη που διεξήχθη από τον ΟΟΣΑ σε συνεργασία με το ΕΚΤ καταδεικνύει ότι περισσότεροι από 800.000 Έλληνες πολίτες ζούσαν στο εξωτερικό κατά την περίοδο 2020/21, με το 93% να κατοικεί σε μόλις 12 χώρες. Ωστόσο, παρατηρείται μια τάση εξισορρόπησης, καθώς τη διετία 2023-2024 καταγράφηκαν 98.000 επαναπατρισμοί έναντι 69.000 αναχωρήσεων. Οι επαναπατρισθέντες είναι κατά κύριο λόγο νεότεροι και με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο.
Το ουσιαστικό στοίχημα, εν τέλει, είναι η μετατροπή των αυξημένων πόρων σε ουσιαστική καινοτομία και τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας.
