Ο διεθνής οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P Global επιβεβαίωσε την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας στο επίπεδο BBB, διατηρώντας παράλληλα σταθερές τις προοπτικές για την ελληνική οικονομία. Αυτή η απόφαση διασφαλίζει τη διατήρηση της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα, με το ενδιαφέρον των αγορών να εστιάζεται πλέον στην επικείμενη αξιολόγηση της Fitch στις 6 Νοεμβρίου και στις γενικότερες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας ενόψει του 2027.
Η επιβεβαίωση αυτή έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας, όπου παράγοντες όπως το ενεργειακό κόστος, ο πληθωρισμός, τα επιτόκια και οι αποδόσεις των ομολόγων ασκούν πίεση στις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές. Παρόλα αυτά, η διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής, η δημοσιονομική πειθαρχία και η σταδιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους παραμένουν κρίσιμης σημασίας για την ενίσχυση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας.
Ο S&P αποτελεί τον τέταρτο από τους πέντε αναγνωρισμένους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) οίκους αξιολόγησης που εξετάζουν την Ελλάδα κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026. Σημειώνεται ότι τον Σεπτέμβριο, η Scope προχώρησε σε αναβάθμιση της χώρας στη βαθμίδα BBB+, ενώ οι Moody’s και DBRS αναθεώρησαν τις προοπτικές του ελληνικού αξιόχρεου σε θετικές από σταθερές, διατηρώντας τις αντίστοιχες αξιολογήσεις τους στις βαθμίδες Baa3 και BBB.
Ο κύκλος των αξιολογήσεων για το 2026 ολοκληρώνεται στις 6 Νοεμβρίου, με την αναμενόμενη απόφαση της Fitch.
Τα Ισχυρά Σημεία της Ελληνικής Οικονομίας
Κατά την πρώτη αξιολόγηση του έτους, η S&P είχε τοποθετήσει την Ελλάδα στη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές, μια θέση που διατηρεί και με τη σημερινή απόφαση. Αυτό αντανακλά την τρέχουσα εικόνα της οικονομίας, εστιάζοντας στις δυναμικές αναπτυξιακές επιδόσεις, την πορεία της δημοσιονομικής πολιτικής και τη συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Οι πρόσφατες αναταράξεις στις αγορές ομολόγων, αν και αποτελούν παράγοντα αβεβαιότητας, η άνοδος των αποδόσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο συνδέεται κυρίως με τις ανησυχίες για την ενεργειακή κρίση. Η διάρκεια και η ένταση αυτών των πιέσεων αναμένεται να επηρεάσουν το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον τους επόμενους μήνες.
Ένα σημαντικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα είναι η εξαιρετική της δημοσιονομική επίδοση. Το δημόσιο χρέος παρουσίασε μείωση κατά 9,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ πέρυσι, ενώ για το 2026 προβλέπεται πρωτογενές πλεόνασμα για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά. Είναι πιθανό το αποτέλεσμα να υπερβεί τον στόχο του 3,6% του ΑΕΠ που έχει τεθεί στο προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2027. Επιπλέον, η Ελλάδα αναμένεται να ανήκει στις λίγες ευρωπαϊκές οικονομίες που θα διατηρήσουν δημοσιονομικό πλεόνασμα τόσο το 2026 όσο και το 2027.
Στην ίδια θετική κατεύθυνση εντάσσεται και η πρόωρη αποπληρωμή επιπλέον 12 δισεκατομμυρίων ευρώ από δάνεια που είχαν χορηγηθεί στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου προγράμματος διάσωσης. Η στρατηγική μείωσης των δανειακών υποχρεώσεων, η οποία ξεκίνησε το 2019, συνεχίζεται παρά τις διεθνείς πιέσεις, ενισχύοντας περαιτέρω την εικόνα δημοσιονομικής αξιοπιστίας.
Το Στοίχημα της Πολιτικής Συνέχειας μετά τις Εκλογές
Πέρα από τα αμιγώς δημοσιονομικά μεγέθη, η εικόνα που διαμορφώνουν οι οίκοι αξιολόγησης για τη μελλοντική κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής είναι εξίσου καθοριστική. Σε αυτό το πλαίσιο, οι επαφές της S&P με κυβερνητικούς αξιωματούχους στην Αθήνα και οι εκτιμήσεις τους για τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων μετά τις εθνικές εκλογές της ερχόμενης άνοιξης αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, η συνέχιση των διαρθρωτικών αλλαγών και η σταθερή πορεία μείωσης του χρέους αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών. Το ζητούμενο, επομένως, δεν περιορίζεται στις τρέχουσες επιδόσεις, αλλά αποτυπώνει και τις προσδοκίες για τη δυνατότητα της χώρας να διατηρήσει τη δημοσιονομική της πορεία σε βάθος χρόνου, ακόμη και υπό το πρίσμα πιθανής επιδείνωσης του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος.
Fitch: Βελτίωση της Εικόνας, αλλά το Χρέος Παραμένει η Αχίλλειος Πτέρνα
Η Fitch θα ανακοινώσει την τελευταία αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας για το 2026 στις 6 Νοεμβρίου. Τον Μάιο, κατά την πρώτη αξιολόγηση του έτους, ο οίκος είχε διατηρήσει την Ελλάδα στη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές.
Στην πιο πρόσφατη έκθεσή της για τις οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης, η Fitch αναγνώρισε τη σημαντική βελτίωση των βασικών οικονομικών μεγεθών της χώρας και την ενίσχυση της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής, στοιχεία που στηρίζουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές.
Ιδιαίτερη πρόοδος καταγράφεται στη μείωση του δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με την Fitch, την περίοδο 2024-2025 το χρέος της γενικής κυβέρνησης υποχώρησε κατά σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025. Αυτή η εξέλιξη αποδίδεται στην ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη και στην επίτευξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων.
Η αποκλιμάκωση του χρέους αναμένεται να συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Η Fitch προβλέπει ότι το χρέος θα υποχωρήσει στο 139,3% του ΑΕΠ το 2026, στο 134,1% το 2027 και στο 129,4% το 2028. Με βάση το βασικό της σενάριο, έως το 2030 αναμένεται να προσεγγίσει το 120% του ΑΕΠ.
Παρά τη σημαντική πρόοδο, το ύψος του χρέους εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη αδυναμία της ελληνικής οικονομίας. Παραμένει περίπου 2,5 φορές υψηλότερο από το διάμεσο επίπεδο του 58% του ΑΕΠ στις χώρες με αξιολόγηση BBB, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια για περαιτέρω πιστοληπτική αναβάθμιση.
Ως αντίβαρο, η Fitch αναδεικνύει τη διάρθρωση των ελληνικών δανειακών υποχρεώσεων. Η μέση διάρκεια του χρέους, που προσεγγίζει τα 19 χρόνια, σε συνδυασμό με τους ευνοϊκούς όρους δανεισμού, περιορίζει τις άμεσες χρηματοδοτικές ανάγκες και την έκθεση της χώρας στις διακυμάνσεις των αγορών ομολόγων. Πρόσθετη δικλίδα ασφαλείας αποτελούν τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα.
Οι Προσδοκίες για το Τέλος του 2026
Στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να ολοκληρώσει τη χρονιά με θετικό αποτύπωμα στις αξιολογήσεις, παρά τις διεθνείς προκλήσεις. Η προσδοκία είναι ότι, πέρα από την ήδη αναβαθμισμένη αξιολόγηση της Scope, θα υπάρξουν θετικές εξελίξεις και από τους υπόλοιπους μεγάλους οίκους, είτε μέσω αναβάθμισης είτε μέσω βελτίωσης των προοπτικών.
Η διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας αποτελεί πλέον ένα δεδομένο για την Ελλάδα, αλλά η περαιτέρω ενίσχυση της πιστοληπτικής της εικόνας προϋποθέτει σταθερή πρόοδο σε κρίσιμα μέτωπα: τη μείωση του δημόσιου χρέους, τη διατήρηση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων και την ενίσχυση της ανάπτυξης.
Το επόμενο διάστημα θα καταδείξει κατά πόσο η ελληνική οικονομία μπορεί να διατηρήσει αυτή την πορεία σε ένα περιβάλλον αυξημένων κινδύνων, με το 2027 να αναδεικνύεται ως η επόμενη σημαντική δοκιμασία για τη δημοσιονομική σταθερότητα και την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.
