Η εμπορική σχέση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κίνας εισέρχεται σε μια όλο και πιο περίπλοκη φάση. Το αυξανόμενο εμπορικό έλλειμμα της Ευρώπης, σε συνδυασμό με την έντονη πίεση από τις κινεζικές εξαγωγές σε κρίσιμους βιομηχανικούς τομείς, ωθεί τις Βρυξέλλες στην αναζήτηση νέων εργαλείων άμυνας απέναντι στο Πεκίνο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Κίνα βρίσκονται αντιμέτωπες με μια κρίσιμη εμπορική αντιπαράθεση. Καθώς οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών πραγματοποιούνται στο Πεκίνο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες προετοιμάζονται να θέσουν το ζήτημα της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας στην ατζέντα της επερχόμενης συνόδου κορυφής στις Βρυξέλλες. Η πίεση είναι ήδη αισθητή, με το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ έναντι της Κίνας να ανέρχεται σε περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ ημερησίως.
Από ευρωπαϊκή σκοπιά, η διεύρυνση του ελλείμματος αποδίδεται στο κινεζικό μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο χαρακτηρίζεται από ένα σχετικά υποτιμημένο νόμισμα και ένα κρατικά ελεγχόμενο τραπεζικό σύστημα. Αυτό το σύστημα διοχετεύει φθηνή χρηματοδότηση σε εργοστάσια με ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό, με αποτέλεσμα τη συνεχή αύξηση της ροής κινεζικών προϊόντων στις ευρωπαϊκές αγορές, ενώ η ευρωπαϊκή παραγωγική βάση δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στον ανταγωνισμό.
Το Πεκίνο, από την άλλη πλευρά, απορρίπτει αυτή την ερμηνεία. Υποστηρίζει ότι ένα σημαντικό μέρος της ανισορροπίας οφείλεται στην αυξανόμενη ευρωπαϊκή ζήτηση για προϊόντα όπως ηλεκτρικά αυτοκίνητα, φωτοβολταϊκά, μπαταρίες και χημικά για μπαταρίες. Πρόκειται για αγαθά απαραίτητα για την Ευρώπη, η οποία επιταχύνει την ενεργειακή της μετάβαση, αντιμετωπίζει τις επιπτώσεις της απώλειας φθηνής ρωσικής ενέργειας και διαχειρίζεται νέες γεωπολιτικές προκλήσεις.
Η ανησυχία, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Το κινεζικό εξαγωγικό μοντέλο έχει προκαλέσει αντιδράσεις και στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας έφτασε πέρυσι σε επίπεδο ρεκόρ, στα 1,19 τρισεκατομμύρια δολάρια. Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, είχε προειδοποιήσει τον Σεπτέμβριο ότι το ευρωπαϊκό έλλειμμα με την Κίνα έχει φτάσει σε «σημείο καμπής», με τον κίνδυνο αποβιομηχάνισης των ευρωπαϊκών βιομηχανικών περιοχών να είναι υπαρκτός.
Ο Γερμανός Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ζήτησαν από τις Βρυξέλλες να ενισχύσουν τα διαθέσιμα εργαλεία αντιμετώπισης των εμπορικών ανισορροπιών. Σε επιστολή τους προς την κυρία φον ντερ Λάιεν, πρότειναν έναν μηχανισμό που θα μπορούσε να περιορίζει γρήγορα την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά. Τα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης τον ονόμασαν «kill switch», δηλαδή έναν μηχανισμό άμεσης διακοπής.
Η ΕΕ, βάσει των κανόνων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, έχει ήδη τη δυνατότητα να επιβάλει υψηλούς δασμούς σε ευρείες κατηγορίες εισαγωγών από όλες τις χώρες, μέσω των λεγόμενων μέτρων διασφάλισης. Ωστόσο, δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτό το εργαλείο αποκλειστικά εναντίον μιας συγκεκριμένης χώρας. Το Πεκίνο έχει προειδοποιήσει ότι θα αντιδράσει σε μέτρα που, ακόμη και αν διατυπωθούν διαφορετικά, θα στοχεύουν στην πράξη τις κινεζικές εξαγωγές.
Τα αυτοκίνητα στο επίκεντρο
Το μεγαλύτερο και ίσως πιο δύσκολο μέτωπο αφορά την ταχύτατη αύξηση των κινεζικών εξαγωγών αυτοκινήτων προς την Ευρώπη. Πριν από δύο χρόνια, η ΕΕ επέβαλε πρόσθετους δασμούς 7,8% έως 35,3% στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα κινεζικής κατασκευής, πέραν του υφιστάμενου δασμού 10% στα εισαγόμενα αυτοκίνητα. Ωστόσο, αυτό το μέτρο άφησε εκτός μια σημαντική κατηγορία: τα plug-in υβριδικά οχήματα, τα οποία συνδυάζουν ηλεκτρικό σύστημα κίνησης με κινητήρα βενζίνης.
Οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν επενδύσει σημαντικά σε αυτή την κατηγορία. Η ανάπτυξή της συνδέθηκε αρχικά με τις δυσκολίες φόρτισης που αντιμετώπιζαν οι Κινέζοι οδηγοί, ιδιαίτερα κατά τις μετακινήσεις για το Κινεζικό Νέο Έτος. Οι κατασκευαστές πρόσθεσαν μικρούς κινητήρες εσωτερικής καύσης ως εφεδρεία. Καθώς, όμως, η Κίνα ανέπτυξε με εξαιρετική ταχύτητα το δίκτυο φόρτισης, η ανάγκη για τέτοια οχήματα περιορίστηκε στο εσωτερικό και η παραγωγή τους άρχισε να κατευθύνεται περισσότερο στις εξαγωγές.
Οι εξαγωγές plug-in υβριδικών αυξήθηκαν έτσι από λιγότερα από 10.000 οχήματα τον μήνα σε σχεδόν 200.000, μέσα σε μόλις τρία χρόνια, με σημαντικό μέρος να κατευθύνεται στην Ευρώπη. Το Πεκίνο αντιδρά έντονα στην επέκταση των ευρωπαϊκών δασμών και σε αυτή την κατηγορία. Στις Βρυξέλλες, όμως, η πίεση αυξάνεται καθώς η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία υποχωρεί απέναντι στον κινεζικό ανταγωνισμό. Η Volkswagen ανακοίνωσε στις 3 Σεπτεμβρίου ότι θα περικόψει ακόμη 50.000 θέσεις εργασίας, ανεβάζοντας περίπου στις 100.000 τις συνολικές προγραμματισμένες μειώσεις.
ΑΠΕ, σπάνιες γαίες και πρόσβαση στην Κίνα
Η αντιπαράθεση επεκτείνεται και στην πράσινη τεχνολογία. Η ΕΕ διερευνά τις εισαγωγές από την κινεζική Goldwind Science & Technology, τη μεγαλύτερη κατασκευάστρια ανεμογεννητριών στον κόσμο. Τον Φεβρουάριο, οι Βρυξέλλες κατέληξαν προκαταρκτικά στο συμπέρασμα ότι οι κινεζικές επιδοτήσεις της προσφέρουν αθέμιτο πλεονέκτημα στην ευρωπαϊκή αγορά, ανοίγοντας τον δρόμο για πιθανή επιβολή δασμών. Η εταιρεία δηλώνει ότι τηρεί τη νομοθεσία και θα συνεργαστεί με την έρευνα.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή μέσω του προτεινόμενου Industrial Accelerator Act, που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ευρωπαϊκή παραγωγή κρίσιμων εξαρτημάτων και περιορισμούς σε ορισμένες ξένες επενδύσεις. Το σχέδιο καλύπτει ανεμογεννήτριες, ηλιακή ενέργεια, χημικά και άλλους κλάδους. Η Κίνα έχει εκφράσει έντονη αντίθεση.
Ιδιαίτερα ευαίσθητο είναι και το ζήτημα των σπάνιων γαιών, από τις οποίες η ευρωπαϊκή βιομηχανία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό. Τα συγκεκριμένα μέταλλα είναι απαραίτητα για αυτοκίνητα, drones, λέιζερ, ημιαγωγούς, αεροσκάφη και ηλεκτρονικές συσκευές. Η Κίνα έχει ενισχύσει τους ελέγχους στις εξαγωγές εξοπλισμού επεξεργασίας σπάνιων γαιών και έχει περιορίσει την έξοδο εξειδικευμένων τεχνικών από τη χώρα. Τον Ιούλιο επέβαλε επίσης αυστηρούς περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών προς 14 ευρωπαϊκές εταιρείες, μεταξύ των οποίων κορυφαία γερμανική αμυντική βιομηχανία.
Στο μεταξύ, ευρωπαϊκές εταιρείες καταγγέλλουν ότι η πρόσβασή τους στην κινεζική αγορά παραμένει περιορισμένη. Στις τηλεπικοινωνίες, το Πεκίνο έχει αντικαταστήσει σταδιακά εισαγόμενο εξοπλισμό με εγχώριες λύσεις, περιορίζοντας τις αγορές από ξένους προμηθευτές. Η φινλανδική Nokia, για παράδειγμα, κλείνει μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων της στην ηπειρωτική Κίνα αυτό το φθινόπωρο. Ανάλογα εμπόδια αντιμετωπίζουν ευρωπαϊκές εταιρείες ιατρικού εξοπλισμού και φαρμακευτικών προϊόντων, ενώ οι κρατικές κινεζικές επιχειρήσεις ενισχύουν τη θέση τους έναντι των ιδιωτικών.
Την ίδια ώρα, η ευρωπαϊκή επιχειρηματική διάθεση απέναντι στην κινεζική αγορά υποχωρεί, όχι μόνο εξαιτίας των κρατικών περιορισμών. Η παρατεταμένη κρίση στην αγορά ακινήτων έχει περιορίσει τη διαθέσιμη δαπάνη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ενώ η υπερβάλλουσα βιομηχανική παραγωγική δυναμικότητα έχει οδηγήσει σε έντονο ανταγωνισμό τιμών και συμπίεση των περιθωρίων κέρδους.
Για την Ευρώπη, η πίεση είναι πλέον διπλή: από τη μία, η ανάγκη να περιορίσει μια εμπορική ανισορροπία που αυξάνεται με ταχύτητα και, από την άλλη, ο κίνδυνος να προκαλέσει έναν νέο κύκλο αντιποίνων από το Πεκίνο. Για την Κίνα, ο χρόνος εξακολουθεί να λειτουργεί υπέρ της. Κάθε μήνας προσθέτει πάνω από 30 δισεκατομμύρια δολάρια στο εμπορικό της πλεόνασμα με την Ευρώπη, στηρίζοντας εκατοντάδες χιλιάδες βιομηχανικές θέσεις εργασίας. Οι Ευρωπαίοι κατασκευαστές, αντίθετα, συνεχίζουν να αποδυναμώνονται, με τη Γερμανία να χάνει τουλάχιστον 10.000 βιομηχανικές θέσεις εργασίας τον μήνα, σύμφωνα με αναλυτές.
Παρά τη σκληρότερη ευρωπαϊκή ρητορική, το Πεκίνο δεν εμφανίζεται να επιδιώκει πλήρη ρήξη. Κινέζοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι οι δύο πλευρές θα αναζητήσουν τελικά έναν συμβιβασμό που θα διατηρεί τη συνολική εμπορική σχέση. Η επόμενη φάση των διαπραγματεύσεων θα δείξει αν η Ευρώπη μπορεί να περάσει από τις προειδοποιήσεις σε αποτελεσματικά μέτρα, χωρίς να μετατρέψει τις εμπορικές ανισορροπίες σε ευρύτερη σύγκρουση με την Κίνα.
