Το Συμβούλιο της Επικρατείας καλείται να λάβει κρίσιμη απόφαση σχετικά με τη συνέχιση της επιβολής της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, η οποία παρακρατείται από τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και όλων των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Η υπόθεση έφτασε στο ΣτΕ μέσω προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά, κατόπιν προσφυγής υπαλλήλου. Η απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς οποιαδήποτε κρίση περί αντισυνταγματικότητας ή εσφαλμένης διαδικασίας επιβολής της εισφοράς θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μαζικές διεκδικήσεις επιστροφής των ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί από τους εργαζόμενους του Δημοσίου.
Επιπλέον, η απόφαση θα θέσει ένα σημαντικό νομικό προηγούμενο σχετικά με τη διατήρηση έκτακτων φορολογικών μέτρων, ακόμη και μετά τη λήξη των συνθηκών που αρχικά δικαιολόγησαν την επιβολή τους.
Τι είναι η εισφορά
Η εν λόγω εισφορά θεσμοθετήθηκε το 2011, στα πρώτα χρόνια των μνημονίων, και ανέρχεται στο 2% επί των τακτικών αποδοχών, πρόσθετων αμοιβών και αποζημιώσεων. Σκοπός της ήταν και παραμένει η ενίσχυση των πόρων για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων που αποσκοπούν στην αύξηση της απασχόλησης και τη μείωση της ανεργίας, αφορώντας υπαλλήλους του δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., και Ο.Τ.Α.
Ετησίως, η εισφορά αποδίδει στον κρατικό προϋπολογισμό το ποσό των 280 εκατομμυρίων ευρώ. Πρόκειται για ένα έσοδο που η κυβέρνηση επιθυμεί να διατηρήσει, συνεχίζοντάς την και οκτώ χρόνια μετά την έξοδο από τα μνημόνια και δεκαπέντε χρόνια από την αρχική της θέσπιση.
Οι θέσεις των υπαλλήλων και τα ερωτήματα προς το ΣτΕ
Κατά καιρούς, υπάλληλοι του δημοσίου έχουν προσφύγει στα δικαστήρια ζητώντας την κατάργησή της. Η επιχειρηματολογία τους βασίζεται στο ότι, μετά την κρίση και με την ανεργία να παρουσιάζει σταθερά πτωτική πορεία, ο αρχικός σκοπός της εισφοράς έχει εκλείψει. Υποστηρίζουν, αφενός, ότι η εισφορά δεν είναι ανταποδοτική για τους ίδιους, και αφετέρου, ότι έχουν ήδη υποστεί σημαντικές απώλειες (όπως η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού), ενώ οι όποιες αυξήσεις λαμβάνουν συνδέονται πρωτίστως με την αύξηση του κατώτατου μισθού. Σημειώνουν, παράλληλα, ότι η αγοραστική δύναμη των μισθών στην Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη.
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο, ζητώντας πλέον τη γνωμοδότηση του ΣτΕ, θέτει τα εξής κρίσιμα προδικαστικά ερωτήματα:
1.
Ποιο είναι το κατά νόμο ένδικο βοήθημα για την ικανοποίηση αξιώσεων φορολογουμένων που προέρχονται από μη νόμιμη επιβολή ή αχρεώστητη καταβολή της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας (άρθρο 38 παρ. 2 περ. α΄ ν.3986/2011), λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο προσδιορισμού και είσπραξής της;
Το ερώτημα αυτό εστιάζει στο ποια είναι η ορθή δικαστική οδός για την άσκηση των σχετικών αξιώσεων. Το δικαστήριο ζητά να διευκρινιστεί εάν οι αξιώσεις πρέπει να ασκηθούν μέσω αγωγής αποζημιωτικού χαρακτήρα ή μέσω προσφυγής κατά διοικητικής πράξης, με γνώμονα τον ιδιαίτερο τρόπο υπολογισμού και είσπραξης της εισφοράς μέσω της μισθοδοσίας.
2.
Σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η αγωγή αποτελεί το κατά νόμο ένδικο βοήθημα για την παροχή δικαστικής προστασίας έναντι της ένδικης εισφοράς, σε ποια διοικητική πράξη οφείλει να θεμελιωθεί η παρανομία για την αποκατάσταση του ενάγοντος: στην οικεία μισθολογική κατάσταση του μισθοδοτούμενου, στο μηνιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα της Ε.Α.Π., ή σε κάποια άλλη πράξη;
3.
Σε περίπτωση που η προσφυγή κριθεί ως το κατά νόμο ένδικο βοήθημα για την παροχή δικαστικής προστασίας έναντι της ένδικης εισφοράς, με ποιες δικονομικές οδούς είναι επιτρεπτή, εναλλακτικά ή αποκλειστικά, η αμφισβήτηση της επιβολής της;
Ειδικότερα, τίθενται τα εξής ερωτήματα:
- α) Με την άσκηση προσφυγής κατά της οικείας μισθολογικής κατάστασης ή του μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος, σύμφωνα με τις πάγιες διατάξεις ή τις διατάξεις για τις φορολογικές διαφορές;
- β) i) Με την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στον ΚΦΔιαδ, η οποία περιλαμβάνει την υποβολή τροποποιητικής ή δήλωσης επιφύλαξης, την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής κατά της απόρριψης και την άσκηση (φορολογικής) προσφυγής κατά της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή της σιωπηρής απόρριψης;
- ii) Με την άσκηση ευθέως προσφυγής ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, με αίτημα τη μερική ανάκληση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος λόγω νομικής πλάνης;
4.
Είναι η διατήρηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας κατά τον ένδικο χρόνο (Ιούνιος 2025) σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;
Η απόφαση του ΣτΕ αναμένεται να έχει καθοριστική σημασία για χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους και συνταξιούχους που ενδέχεται να διεκδικήσουν την επιστροφή των παρακρατηθέντων ποσών.
