Τεχνητή Νοημοσύνη: Ο Περιορισμένος Αρχικός Αντίκτυπος στην Αγορά Εργασίας και οι Προοπτικές της

Οι αρχικοί φόβοι για μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας και αύξηση της ανεργίας λόγω της υιοθέτησης εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης (AI) από τις επιχειρήσεις, δεν έχουν επιβεβαιωθεί σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες που διεξήχθησαν σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Ενώ παρατηρούνται αλλαγές στην αγορά εργασίας, οι οποίες αναμένεται να γίνουν εντονότερες καθώς η διείσδυση των νέων AI τεχνολογιών επεκτείνεται, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις με δυνατότητα επενδύσεων, η συνολική απασχόληση πιθανώς να αυξηθεί και όχι να μειωθεί. Αυτό συμβαίνει διότι, ενώ ορισμένα επαγγέλματα που μπορούν να αυτοματοποιηθούν μέσω της δημιουργικής AI ενδέχεται να μειωθούν σε ζήτηση, αναδύονται παράλληλα νέα επαγγέλματα που σχετίζονται άμεσα με την AI.

Σύμφωνα με έρευνα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, προβλέπεται η δημιουργία 69 εκατομμυρίων νέων θέσεων εργασίας έως το 2028, οι οποίες θα απαιτούν εξειδικευμένες δεξιότητες σε τομείς όπως η ανάλυση δεδομένων, η μηχανική μάθηση και η ανάπτυξη λογισμικού. Αυτό υπογραμμίζει την κρίσιμη σημασία της εκπαίδευσης, μέσω πανεπιστημιακών σπουδών και προγραμμάτων επανακατάρτισης, για την απόκτηση αυτών των νέων δεξιοτήτων. Ο βασικότερος παράγοντας που στηρίζει την πρόβλεψη για αύξηση της συνολικής απασχόλησης είναι η αύξηση της παραγωγικότητας που επιφέρει η AI. Αυτή η αύξηση, η οποία είναι ήδη αισθητή και αναμένεται να ενισχυθεί, οδηγεί σε υψηλότερους πραγματικούς μισθούς και ενισχύει την οικονομική δραστηριότητα, επηρεάζοντας θετικά το επίπεδο απασχόλησης. Αυτή η δυναμική έχει παρατηρηθεί σε προηγούμενες περιόδους σημαντικών τεχνολογικών αλλαγών και είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι θα επαναληφθεί. Η McKinsey, για παράδειγμα, εκτιμά ότι η AI μπορεί να συνεισφέρει έως και 13 τρισεκατομμύρια δολάρια στην παγκόσμια οικονομία έως το 2030.

Έρευνα του Center for Economic Policy Research (CERP), η οποία αφορούσε 12.000 ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, έδειξε ότι η AI αύξησε την παραγωγικότητα κατά μέσο όρο 4%, με σημαντικές διαφοροποιήσεις στην κατανομή του οφέλους. Οι μεγαλύτερες ωφελημένες ήταν οι μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και εκείνες που κατάφεραν να ενσωματώσουν την AI στην παραγωγική τους διαδικασία και στο ανθρώπινο δυναμικό τους. ΠΗΓΗ:ΑΠΕ

Η Morgan Stanley επίσης προβλέπει αύξηση της παραγωγικότητας και των πραγματικών μισθών από την AI. Παρατηρείται μια μικρή αύξηση της ανεργίας σε κατηγορίες εργαζομένων που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στην τεχνητή νοημοσύνη. Συγκεκριμένα, η ανεργία σε νέους ηλικίας 22-27 ετών, οι οποίοι είναι πιο πιθανό να εργάζονται σε αυτοματοποιημένες θέσεις, αυξήθηκε περισσότερο από το 2023 σε επαγγέλματα που θεωρούνται πιο ευάλωτα στην AI. Ωστόσο, αν εξαιρεθεί αυτή η ηλικιακή ομάδα, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις σοβαρών διαταραχών στην ευρύτερη αγορά εργασίας. Μία πηγή ανησυχίας προκύπτει από την αυξανόμενη αναφορά των επιχειρήσεων, κατά τις ανακοινώσεις των οικονομικών τους αποτελεσμάτων, σε περικοπές θέσεων εργασίας λόγω της AI, αντί για τη δημιουργία νέων.

Εξετάζοντας το παρελθόν, οικονομολόγοι της Morgan Stanley ανέλυσαν πέντε κύρια κύματα καινοτομίας στις ΗΠΑ, από τη Βιομηχανική Επανάσταση έως το διαδίκτυο, για να αξιολογήσουν τον αντίκτυπό τους στην οικονομία και την αγορά εργασίας. Διαπίστωσαν ότι οι τεχνολογικές αλλαγές είχαν πάντα ενισχυτικό, αντί αφαιρετικό, χαρακτήρα στη συνολική απασχόληση.

Κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης, η παραγωγικότητα στην αμερικανική οικονομία αυξήθηκε περίπου κατά 0,84% ετησίως μεταξύ 1800 και 1850. Η απασχόληση στον αγροτικό τομέα μειώθηκε από 75% σε λίγο πάνω από 50%, αλλά οι θέσεις εργασίας στη μεταποίηση και τις κατασκευές υπερδιπλασιάστηκαν από το 1820 έως το 1850.

Στην εποχή του ατμού, του σιδηροδρόμου και του χάλυβα (1830-1910), γνωστή και ως Δεύτερη Βιομηχανική Επανάσταση, η αύξηση της παραγωγικότητας πλησίασε το 2% ετησίως έως τα τέλη του 19ου αιώνα, διπλάσια σε σχέση με την πρώτη βιομηχανική επανάσταση. Η απασχόληση στον αγροτικό τομέα συνέχισε να μειώνεται, υποχωρώντας στο 30% το 1910, ενώ η απασχόληση στη μεταποίηση αυξήθηκε θεαματικά.

Με την επανάσταση του ηλεκτρισμού και του αυτοκινήτου (1890-1950), η παραγωγικότητα στην αμερικανική οικονομία αυξανόταν κατά μέσο όρο 1,5% από το 1909 έως το 1929, ενώ η παραγωγικότητα εκτός του αγροτικού τομέα διπλασιάστηκε την ίδια περίοδο. Η απασχόληση στον αγροτικό τομέα των ΗΠΑ είχε μειωθεί περίπου στο 20% το 2040, ενώ από το 1910 έως το 1950 οι θέσεις στη δημόσια διοίκηση σχεδόν τριπλασιάστηκαν.

Κατά την εποχή των ηλεκτρονικών εφαρμογών και της αεροπορίας (1940-1980), η παραγωγικότητα αυξανόταν 2,5% – 3% ετησίως και ο τομέας των υπηρεσιών έγινε ο κυρίαρχος.

Τέλος, στην περίοδο του διαδικτύου και των ψηφιακών δικτύων, η παραγωγικότητα επιταχύνθηκε στο 3% ετησίως από το 1990 έως το 2000, ενώ αυξήθηκε η ζήτηση για εργαζόμενους στους τομείς του λογισμικού, της επιστήμης δεδομένων και της κυβερνοασφάλειας.