Παρά τη σημαντική κινητικότητα που παρατηρείται στις ευρωπαϊκές χρηματιστηριακές επενδύσεις τα τελευταία χρόνια, οι Έλληνες εξακολουθούν να βρίσκονται στην τελευταία θέση της Ευρώπης, με τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής στον τομέα αυτό. Αυτό προκύπτει από μια νέα ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Η ΕΚΤ επισημαίνει τη γενικότερη επιφυλακτικότητα των Ευρωπαίων πολιτών απέναντι στις επενδύσεις στις χρηματιστηριακές αγορές. Μέσα από τα πρόσφατα δεδομένα της Έρευνας Προσδοκιών Καταναλωτών (Consumer Expectations Survey – CES), η οποία κάλυψε έντεκα χώρες της Ευρωζώνης στο διάστημα 2020-2024, αναδύεται μια σαφής και μάλλον απογοητευτική εικόνα για την Ελλάδα. Η χώρα μας βρίσκεται στον «πάτο» των επενδύσεων σε ριψοκίνδυνα περιουσιακά στοιχεία, με την κύρια αιτία να εντοπίζεται στην αδυναμία εξεύρεσης των απαραίτητων κεφαλαίων.
Τα στοιχεία της έκθεσης αναδεικνύουν το χάσμα μεταξύ της Ελλάδας και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών όσον αφορά την αποταμίευση και τις επενδύσεις:
- Χαμηλή Συμμετοχή: Το ποσοστό συμμετοχής στην Ελλάδα (για απευθείας κατοχή μετοχών και αμοιβαίων κεφαλαίων) μόλις αγγίζει το 20%. Αυτό κατατάσσει τη χώρα μας χαμηλότερα από τις υπόλοιπες 11 χώρες που εξετάστηκαν, τη στιγμή που σε χώρες όπως η Φινλανδία, η Γερμανία και το Βέλγιο, το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνά το 40%.
- Απόκλιση από την Τάση: Ενώ τα δεδομένα υποδεικνύουν μια γενική ανοδική τάση στη συμμετοχή στις αγορές από το 2022 και μετά στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση που παρουσιάζει απόκλιση από αυτή την πορεία.
Το Πρόβλημα της Φτώχειας: Σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία, η κατοχή μετοχών από τα νοικοκυριά που βρίσκονται στο χαμηλότερο 10% της εισοδηματικής κατανομής είναι εξαιρετικά περιορισμένη.
Η Κύρια Αιτία για την Επενδυτική Αποχή
Όταν τίθεται το ερώτημα για την αποχή από το χρηματιστήριο, η απάντηση «δεν έχω αρκετά χρήματα για να επενδύσω» κυριαρχεί κατά πολύ στη χώρα μας. Οι ερωτηθέντες στην Ελλάδα, μαζί με τη Φινλανδία και την Πορτογαλία, είναι σημαντικά πιο πιθανό να αναφέρουν την έλλειψη ρευστότητας ως το βασικό τους εμπόδιο.
Η διστακτικότητα των Ελλήνων επενδυτών αντικατοπτρίζεται επίσης στον ρυθμό εισόδου νέων επενδυτών, ειδικά μετά το «κύμα» που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ενώ στην Ολλανδία, την Αυστρία και τη Φινλανδία το ποσοστό των καταναλωτών που εισήλθαν για πρώτη φορά στο χρηματιστήριο (μετά το 2020) κυμαίνεται γύρω στο 15%, στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό είναι ελαφρώς πάνω από το 5%, καταγράφοντας τη χαμηλότερη επίδοση.
Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η αγορά παρουσιάζει αξιοσημείωτη κινητικότητα, με περίπου το 10% των μη επενδυτών να εισέρχεται στην αγορά κάθε χρόνο, ενώ ταυτόχρονα το 20% όσων ήδη επενδύουν αποχωρεί. Αυτό υποδηλώνει ότι οι αγορές καταφέρνουν να προσελκύσουν νέους συμμετέχοντες, αλλά δυσκολεύονται να τους διατηρήσουν.
Οι νέοι επενδυτές που εισήλθαν πρόσφατα στις αγορές διαφέρουν από τους παραδοσιακούς επενδυτές: τείνουν να είναι νεότεροι, με χαμηλότερο εισόδημα, χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης, μειωμένο χρηματοοικονομικό αλφαβητισμό και μικρότερη ανοχή στον κίνδυνο.
Περίπου το 8-10% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών κατέχουν κρυπτοστοιχεία. Αυτές οι επενδύσεις αφορούν κυρίως μικρά ποσά από νεότερους άνδρες, οι οποίοι καθοδηγούνται πρωτίστως από κερδοσκοπικά κίνητρα και όχι από μακροπρόθεσμες στρατηγικές.
Έλλειψη Εμπιστοσύνης και Γνώσεων
Πέρα από τους αυστηρά οικονομικούς περιορισμούς, η έρευνα της ΕΚΤ αποκαλύπτει μια σειρά από ψυχολογικά και θεσμικά εμπόδια που αποτρέπουν τους Ευρωπαίους από την παραγωγή πλούτου μέσω των κεφαλαιαγορών:
- Έλλειψη Εμπιστοσύνης: Ένα σημαντικό ποσοστό ερωτηθέντων απέχει από τις επενδύσεις λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή στις αγορές γενικότερα.
- Γεωγραφικό χάσμα: Τα εμπόδια που σχετίζονται με την εμπιστοσύνη είναι ιδιαίτερα έντονα στις χώρες της Νότιας Ευρώπης (Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία), υποδεικνύοντας τον ρόλο των πολιτισμικών και θεσμικών διαφορών.
- Φόβος και Άγνοια: Περίπου το 25-30% των ερωτηθέντων στις περισσότερες χώρες επικαλείται τον φόβο για τον επενδυτικό κίνδυνο και την έλλειψη χρηματοοικονομικών γνώσεων ως λόγους αποχής. Ακόμη και ευκατάστατα νοικοκυριά αποφεύγουν να επενδύσουν εξαιτίας αυτών των ανησυχιών.
