Ενώ οι διεθνείς οίκοι αναλυτών λαμβάνουν μηνύματα από τους Έλληνες τραπεζίτες, η εικόνα που αναδύεται είναι αυτή της συγκρατημένης αισιοδοξίας. Παρά τις γεωπολιτικές αναταραχές που επαναφέρουν τον πληθωρισμό και πιέζουν την ανάπτυξη, τονίζεται η ισχυρή θωράκιση της εθνικής οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος. Οι επικεφαλής της Εθνικής Τράπεζας, Παύλος Μυλωνάς, και της Eurobank, Φωκίων Καραβίας, εξέφρασαν αυτή την αισιοδοξία κατά τις πρόσφατες ενημερώσεις των αναλυτών για τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου του 2026, τονίζοντας την ικανότητα της οικονομίας να αντέξει τις νέες διεθνείς πιέσεις.
Ισχυρά «αναχώματα» για την ελληνική οικονομία
Ο κ. Παύλος Μυλωνάς, CEO της Εθνικής Τράπεζας, τόνισε ότι η ελληνική οικονομία εισήλθε στο 2026 με δυναμική, διαθέτοντας σημαντικά διαρθρωτικά και κυκλικά «αναχώματα» ικανά να αντισταθμίσουν τις εξωτερικές πιέσεις, εφόσον το ενεργειακό σοκ υποχωρήσει μέχρι τα μέσα του έτους. Οι ισολογισμοί του ιδιωτικού τομέα ενισχύονται σταθερά, χάρη στη διατηρήσιμη εταιρική κερδοφορία και την ανθεκτική αγορά εργασίας. Παρότι ο τουρισμός γνώρισε μια προσωρινή βραδύτητα τον Απρίλιο, αναμένεται ισχυρή ανάκαμψη στις αφίξεις κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Οι επενδύσεις αναμένεται να αποτελέσουν τον κινητήριο μοχλό της ανάπτυξης για το 2026, με ώθηση από τις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (12 δισ. ευρώ) και τις συγχωνεύσεις (24 δισ. ευρώ) του 2025, καθώς και την αναμενόμενη εισροή 15 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF). Επιπλέον, το ιστορικά υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα (4,9% του ΑΕΠ) του 2025 λειτουργεί ως ασπίδα, επιτρέποντας τη λήψη δημοσιονομικών μέτρων ύψους 2,5 δισ. ευρώ φέτος. Με αυτά τα δεδομένα, ο κ. Μυλωνάς εκτιμά ότι η Ελλάδα θα υπεραποδώσει έναντι της Ευρωζώνης μετά από μια επιβράδυνση το δεύτερο τρίμηνο.
Ισχυρή ζήτηση δανείων και ευνοϊκές προοπτικές
Σε αυτό το ευνοϊκό περιβάλλον, η ζήτηση για δάνεια αναμένεται να παραμείνει υψηλή, ενώ πιθανές αυξήσεις των ευρωπαϊκών επιτοκίων θα μπορούσαν να ενισχύσουν τα επιτοκιακά έσοδα (NII) των τραπεζών. Ο κ. Μυλωνάς χαρακτήρισε το 2026 ως έτος μεγάλων ευκαιριών, τονίζοντας ως πλεονέκτημα τα ισχυρά πλεονάζοντα κεφάλαια της Εθνικής, που στηρίζουν τις κινήσεις ανάπτυξης. Η τράπεζα επαναβεβαίωσε την πρόβλεψη για κέρδη άνω του 1,2 δισ. ευρώ και καθαρή πιστωτική επέκταση άνω των 3 δισ. ευρώ. Παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι εκτιμήσεις για τα καθαρά έσοδα από τόκους παραμένουν σταθερές, με προσδοκία για επιπλέον αξία από στρατηγικές συνέργειες, όπως η συμφωνία bancassurance με την Allianz.
Ναυτιλία και τουρισμός: ανθεκτικότητα απέναντι στις προκλήσεις
Ο κ. Φωκίων Καραβίας, επικεφαλής της Eurobank, τόνισε ότι η τράπεζα παραμένει σταθερά στην πορεία επίτευξης των στόχων της, παρά τις διεθνείς προκλήσεις. Η αισιοδοξία του πηγάζει από την υψηλή κερδοφορία του πρώτου τριμήνου και την αδιάκοπη πορεία κομβικών κλάδων της οικονομίας. Δεν παρατηρούνται προβλήματα στον τουρισμό, ενώ η ναυτιλία φαίνεται να επωφελείται από την τρέχουσα συγκυρία. Η Eurobank διατηρεί τις προβλέψεις της, στοχεύοντας σε πιστωτική επέκταση τουλάχιστον 3,8 δισ. ευρώ για το 2026 και αναμένοντας ενίσχυση στα έσοδα από προμήθειες.
Οι πρώτες συνέπειες της κρίσης: ένας αρνητικός παράγοντας
Παρά την γενική αισιοδοξία, οι αναλυτές αναγνωρίζουν ότι το μακροοικονομικό περιβάλλον δέχεται ήδη τους πρώτους κραδασμούς από τον πόλεμο στον Περσικό. Σύμφωνα με ανάλυση της Eurobank, πρόκειται για ένα αρνητικό σοκ προσφοράς, που τροφοδοτείται από την εκτόξευση του κόστους παραγωγής. Οι κυριότερες επιπτώσεις στην οικονομία περιλαμβάνουν:
- Άλμα στις τιμές της ενέργειας: Οι εχθροπραξίες οδήγησαν τη μέση τιμή του πετρελαίου Brent στα 107,5 δολάρια τον Απρίλιο του 2026 (αύξηση 58,3%) και τις τιμές του φυσικού αερίου (TTF) κατά 27,7% στο ίδιο διάστημα.
- Επιστροφή των πληθωριστικών πιέσεων: Ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) στην Ελλάδα εκτινάχθηκε στο 4,6% τον Απρίλιο, με την ενέργεια να σημειώνει άνοδο 21,9%. Ο δομικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,9%.
- Πλήγμα στην καταναλωτική εμπιστοσύνη: Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε στις -54,7 μονάδες, το χαμηλότερο σημείο των τελευταίων 42 μηνών.
- Επιβράδυνση της μεταποίησης: Ο δείκτης PMI υποχώρησε στις 52,4 μονάδες, με τις ελληνικές βιομηχανίες να καταγράφουν βραδύτητα και αύξηση κόστους λόγω διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα.
- Ιδιωτική κατανάλωση: Η αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών ενέχει κινδύνους για την ιδιωτική κατανάλωση και την ανάπτυξη.
