ΔΝΤ: «Μαστίγιο» στους servicers για την αργή διαχείριση «κόκκινων» δανείων και έκκληση για αυστηρότερη εποπτεία

Σκληρή κριτική στους servicers για την απελπιστικά αργή διευθέτηση «κόκκινων» δανείων, ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, ασκεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Παράλληλα, προτείνει στις ελληνικές αρχές τη θέσπιση αυστηρού εποπτικού πλαισίου για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Το Ταμείο, ωστόσο, δεν παραλείπει να «καρφώσει» την ΤτΕ για το γεγονός ότι διαθέτει σήμερα μόλις 8 υπαλλήλους για την εποπτεία των servicers.

Η νέα, αναλυτική Έκθεση Αξιολόγησης της Σταθερότητας του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (FSAP) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για την Ελλάδα, η πρώτη που διενεργείται από το 2006, αναδεικνύει μια εικόνα ισχυρής ανάκαμψης για τις συστημικές τράπεζες. Την ίδια στιγμή, όμως, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους.

Το Ταμείο «μαστιγώνει» τις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (credit servicers) για τις χαμηλές τους επιδόσεις και την εμφανή υστέρηση έναντι των επιχειρηματικών τους πλάνων. Παράλληλα, ζητά από την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) να επιβάλει ένα εξαιρετικά αυστηρότερο πλαίσιο εποπτείας.

Σοβαρές καθυστερήσεις

Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι ο αργός ρυθμός εξυγίανσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) από τους servicers αποτελεί σημαντική πρόκληση για την πιστωτική επέκταση και τη μακροπρόθεσμη κερδοφορία των ίδιων των τραπεζών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, τα NPLs που βρίσκονται εκτός τραπεζικών ισολογισμών και τελούν υπό τη διαχείριση των servicers ανέρχονταν τον Σεπτέμβριο του 2025 σε 72,6 δισ. ευρώ (σε αρχική ονομαστική αξία). Εάν αυτά τα δάνεια παρέμεναν στους ισολογισμούς των τραπεζών, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων του συστήματος θα εκτοξευόταν στο 30,5%.

Η ανάλυση της σύνθεσης αυτού του τεράστιου όγκου χρέους δείχνει ότι τα μισά δάνεια (37,6 δισ. ευρώ) αφορούν τιτλοποιήσεις που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα «Ηρακλής» (HAPS), ενώ τα υπόλοιπα 35 δισ. ευρώ προήλθαν από απευθείας πωλήσεις πακέτων από τις τράπεζες.

Οι servicers διαχειρίζονται περίπου 2,9 εκατομμύρια δάνεια που ανήκουν σε 2,4 εκατομμύρια δανειολήπτες στην Ελλάδα, ένα νούμερο τεράστιο αν αναλογιστεί κανείς ότι ο συνολικός πληθυσμός της χώρας είναι 10,4 εκατομμύρια. Συνολικά, το χρέος αυτό ισοδυναμεί με το 31% του ελληνικού ΑΕΠ του 2024.

Παρά τον κομβικό τους ρόλο, οι servicers αποδεικνύονται εξαιρετικά αργοί στην επίλυση των NPLs, με το ΔΝΤ να αποκαλύπτει ότι σε μεγάλο βαθμό κινούνται «στα τυφλά», καθώς λείπουν βασικές πληροφορίες περίπου για το ένα τρίτο των δανειοληπτών.

Οι εταιρείες υποαποδίδουν σταθερά σε σχέση με τα αρχικά επιχειρηματικά τους σχέδια, κυρίως λόγω των βραδύτερων από τις αναμενόμενες ρευστοποιήσεων, οι οποίες αποδίδονται εν μέρει σε αναποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας.

Ωστόσο, το ΔΝΤ δεν ρίχνει το φταίξιμο μόνο στα δικαστήρια. Επισημαίνει ότι, λόγω των περιορισμένων οικονομικών κινήτρων και των μεγάλων λήξεων των ομολόγων HAPS, οι ιδιοκτήτες των servicers (κυρίως ξένα επενδυτικά funds) ενδέχεται να υποεπενδύουν σε κρίσιμους τομείς που θα βελτίωναν τη δυναμικότητά τους, όπως το εξειδικευμένο προσωπικό και οι τεχνολογίες πληροφορικής (IT).

Η απαίτηση για «σιδηρά εποπτεία» από την ΤτΕ

Μπροστά σε αυτή τη δυσλειτουργία, το Ταμείο απαιτεί τη δραστική αναβάθμιση της εποπτείας των servicers από την Τράπεζα της Ελλάδος. Συγκεκριμένα, προτείνει:

  • Αύξηση Εποπτικών Πόρων: Η ΤτΕ οφείλει να αυξήσει δραστικά το προσωπικό που ασχολείται με την εποπτεία των εταιρειών αυτών, καθώς σήμερα διαθέτει μόλις 8 υπαλλήλους για αυτό το κρίσιμο έργο, αριθμός που θεωρείται εντελώς ανεπαρκής.
  • Στενός Έλεγχος των Business Plans: Οι servicers θα πρέπει να υποχρεωθούν να επικαιροποιούν τακτικά τα επιχειρηματικά τους σχέδια, ώστε η ΤτΕ να μπορεί να αξιολογεί καλύτερα τις ετήσιες εκθέσεις επιδόσεών τους και να απαιτεί εξηγήσεις για τις όποιες αποκλίσεις.
  • Επιτόπιοι Έλεγχοι και Πρόστιμα: Η ένταση και ο αντίκτυπος της επιτόπιας εποπτείας πρέπει να αυξηθούν, εστιάζοντας σε ζητήματα όπως η ακρίβεια των ποινών (penalty charges) που επιβάλλουν οι servicers στους δανειολήπτες.
  • Διαφάνεια στο πρόγραμμα «Ηρακλής»: Επειδή το πρόγραμμα περιλαμβάνει κρατικές εγγυήσεις που τον Σεπτέμβριο του 2025 ανέρχονταν σε 16,8 δισ. ευρώ (ή 6,8% του ΑΕΠ), το ΔΝΤ ζητά τη δημιουργία δημόσιας ιστοσελίδας, η οποία θα ενημερώνεται τουλάχιστον τριμηνιαίως, για την παροχή στοιχείων προς το κοινό. Επιπλέον, ζητείται η σύνταξη ετήσιας έκθεσης για την εξέλιξη του HAPS, η οποία θα πιστοποιείται από εθνικό δημόσιο ελεγκτή.

Το Ταμείο προειδοποιεί μάλιστα για δημοσιονομικούς κινδύνους. Εάν οι ανακτήσεις δανείων αποτύχουν να καλύψουν τις αρχικές προβλέψεις, τα ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior notes) που κατέχουν οι τράπεζες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν έλλειμμα, οδηγώντας σε κατάπτωση της κρατικής εγγύησης. Εάν αυτά τα ομόλογα κατηγοριοποιηθούν στο στάδιο 3 (πιστωτικά απομειωμένα), η EUROSTAT ενδέχεται να απαιτήσει την ενσωμάτωση του εγγυημένου ποσού στο επίσημο χρέος της ελληνικής κυβέρνησης.

Υψηλή κερδοφορία, αλλά και διαρθρωτικές προκλήσεις

Περνώντας στον πυρήνα του τραπεζικού συστήματος, το ΔΝΤ διαπιστώνει ότι οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι σταθερότητας ήταν χαμηλοί πριν από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και παραμένουν διαχειρίσιμοι. Το σύστημα, το οποίο κυριαρχείται κατά 92,7% από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες (SIs), διαθέτει πλέον ισχυρούς ισολογισμούς, υψηλή κερδοφορία και άφθονη ρευστότητα.

Πάντως, αν και οι κεφαλαιακοί δείκτες έχουν βελτιωθεί, με τον δείκτη CET1 να φτάνει το 15,5% τον Δεκέμβριο του 2025 (ελαφρώς κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ του 17,7%), η ποιότητα των κεφαλαίων αυτών παραμένει προβληματική.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις (DTCs) αποτελούν το 43,4% του κεφαλαίου CET1, ποσό που αντιστοιχεί σε 11,5 δισ. ευρώ.

Το ΔΝΤ χαιρετίζει τη συμφωνία των τεσσάρων συστημικών τραπεζών με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) για την εθελοντική, επιταχυνόμενη απόσβεση των DTCs (με στόχο την πλήρη εξάλειψή τους έως το 2031-2033), ωστόσο προτείνει ως βέλτιστη λύση τη νομική κωδικοποίηση αυτής της ταχύτερης απόσβεσης στην ελληνική νομοθεσία.

Ένα από τα βασικότερα δομικά προβλήματα που εντοπίζει το ΔΝΤ είναι η συγκέντρωση των δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών. Η ανάκαμψη της πιστωτικής επέκτασης αφορά σχεδόν αποκλειστικά μεγάλες επιχειρήσεις. Οι 10 μεγαλύτερες κοινές εταιρικές εκθέσεις σε μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις και στις τέσσερις συστημικές τράπεζες αντιστοιχούν στο ιλιγγιώδες 81% του κεφαλαίου Tier 1. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι, εάν η διεθνής γεωπολιτική αβεβαιότητα προκαλέσει ταυτόχρονη δυσχέρεια σε περισσότερες από μία από αυτές τις μεγάλες επιχειρήσεις, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα θα δεχθεί σοβαρότατους κλυδωνισμούς.

Αντοχή στο stress test

Παρά τους παραπάνω κινδύνους, τα stress tests του ΔΝΤ επιβεβαιώνουν την ισχυρή ανθεκτικότητα του συστήματος. Η ανάλυση βασίστηκε σε δύο δυσμενή σενάρια:

  • Σενάριο Ύφεσης (Recessionary): Προβλέπει σωρευτική πτώση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 8,4% τη διετία 2026-2027, αύξηση της ανεργίας στο 15,5% και αποπληθωρισμό.
  • Γεωπολιτικό Σενάριο: Συνεπάγεται κλιμάκωση συγκρούσεων, πτώση του ΑΕΠ κατά 6,8% διετούς διάρκειας και εκτίναξη του πληθωρισμού στο 4,9% λόγω του ενεργειακού κόστους.

Ακόμη και σε αυτά τα ακραία σενάρια, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες καταγράφουν περιορισμένη μείωση κεφαλαίων. Στο σενάριο ύφεσης, ο δείκτης CET1 μειώνεται μόλις κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες στο κατώτατο σημείο, ενώ στο γεωπολιτικό σενάριο η πτώση είναι μόλις 0,7 ποσοστιαίες μονάδες.

Όλες οι τράπεζες θα παρέμεναν άνετα πάνω από τις ρυθμιστικές απαιτήσεις κεφαλαιακών αποθεμάτων, καθώς τα ισχυρά καθαρά έσοδα από τόκους (NII) λειτουργούν ως μαξιλάρι ασφαλείας απέναντι στις αυξημένες προβλέψεις για ζημιές δανείων.