Η ατμόσφαιρα μιας εκδήλωσης στο Προεδρικό Μέγαρο αποκαλύπτει πολλά, ανάλογα με τον οικοδεσπότη της. Ενώ πέρυσι, στην πρώτη του θητεία, ο Κωνσταντίνος Τασούλας φάνηκε να μην συντονίζεται πλήρως με το πνεύμα της ημέρας, φέτος, στη δεύτερη σχεδόν ακύρωσε τον ουσιαστικό της χαρακτήρα. Η απόφαση να διπλασιαστούν οι «καλεσμένοι» έρχεται σε αντίθεση με την ορθή πρακτική των προκατόχων του, οι οποίοι είχαν φροντίσει να μειώσουν τον αριθμό, αντιλαμβανόμενοι ότι δεν πρόκειται για μια κοινωνική εκδήλωση όπου επιτρέπονται συζύγοι, παιδιά και συνοδοί, ή για μια «πασαρέλα» κοκεταρίας, μόδας και υψηλής ραπτικής. Η τάση εκφυλισμού της εκδήλωσης σε ένα «κοσμικό γεγονός», που προσφέρει υλικό σε υποδεέστερες εκπομπές και περιοδικά, οδήγησε στην ανάγκη περιορισμού του αριθμού των προσκλήσεων και στην προσεκτική σύνταξη του καταλόγου των συμμετεχόντων.
Ο σημερινός ένοικος του Προεδρικού Μεγάρου, καλώντας 1.700 άτομα, δείχνει να την αντιλαμβάνεται περισσότερο ως προσωπικό του «γκαλά».
Μια Άνευρη Ομιλία
Στην άνευρη ομιλία του, η ευκολία με την οποία αναφέρθηκε στο ένδοξο παρελθόν συνδυάστηκε με ανούσιες κοινοτοπίες, όπως «Η Δημοκρατία δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση» και «ας δώσουμε στα νέα παιδιά πρόσβαση στην ποίηση»! Αν αυτά αποτελούν απλώς θέμα προσωπικού ύφους, η επίδειξη της ιδεολογικής και πολιτικής του ταυτότητας αποτελούσε μια επιλογή με εμφανή «φάλτσα».
Η δήλωση ότι «η καλύτερη Δημοκρατία που είχαμε ποτέ» εγκαταστάθηκε «από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τους συνεργάτες του» είναι ελλιπής. Η δικτατορία δεν ήταν απλώς «μια επταετία αυταρχισμού», αλλά πράξη εσχάτης προδοσίας. Οι «αντισταθέντες» δεν είναι αόρατοι· έχουν «ταυτότητα» που του διέλαθε, απεικονιζόμενη στα ορόσημα των αγώνων τους, όπως το Πολυτεχνείο και οι διώξεις που υπέστησαν. Ο Πρόεδρος, καίτοι «ταγός», θα έπρεπε να γνωρίζει ότι για την ευημερία δεν αρκεί να «δρα το κράτος», αλλά χρειάζονται και οι μαχόμενοι πολίτες. Ο πλούτος είναι αντικείμενο φορολογικής δικαιοσύνης υπέρ της κοινωνίας και όχι ευκαιρία για «δικαίωση» μέσω «ευεργεσιών για το γενικό καλό».
Εάν πιστεύει ότι «η διαχείριση της μοίρας του λαού» πρέπει να γίνεται «από τον ίδιο τον λαό με κανόνες και αρχές», ως Αρχηγός του Κράτους, θα πρέπει να αξιολογεί γιατί και από ποιους παραβιάζονται αυτοί οι κανόνες.
Η 52ετής Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία εγκατέστησε, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους, ένα πολιτικό σύστημα με αδιατάρακτη τεχνική αρτιότητα στην αποτύπωση της λαϊκής ετυμηγορίας και την εναλλαγή των κυβερνήσεων. Πώς λοιπόν ο Πρόεδρος βρήκε «περιόδους οπισθοδρόμησης»;
Οι Ηχηρές Απουσίες
Οι «συνέπειες από τις οποίες δεν έχουμε ακόμα οριστικά ανακάμψει» δεν οφείλονται σε κανέναν «οξύτατο διχασμό που χαρακτήρισε την εποχή της κρίσης». Η αιτία ήταν η χρεοκοπία, αποτέλεσμα φαυλότητας και κακοδιαχείρισης από συγκεκριμένες πολιτικές ηγεσίες, που οδήγησαν τη χώρα σε διεθνή οικονομικό έλεγχο. Ποια ακριβώς «προηγούμενη δεκαετία πρέπει να γίνει μάθημα για την πολιτική τάξη και για τον λαό»; Ποιος είναι «ο σκληρός πυρήνας του εθνικού συμφέροντος», στον οποίο «η αντιπαράθεση πρέπει να υποχωρεί»;
Κανένας επικεφαλής του Πολιτεύματος, ιδίως όταν είναι μονοκομματικός και χαμηλής δημοτικότητας, δεν πείθει μιλώντας ως κυβερνητική προέκταση.
Στην κοινωνία δεν θα επικρατήσει η «ησυχία νεκροταφείου» όταν η «καλύτερη Δημοκρατία που είχαμε ποτέ» αρχίζει να μην είναι τόσο καλή — ίσως ούτε καν Δημοκρατία — κάτι που αφήνει το στίγμα του σε ονόματα και διευθύνσεις και στις τρεις Εξουσίες.
Α, και κάτι που δεν πρέπει να παραλείψουμε: αν ο Πρόεδρος Τασούλας ήθελε να ζητήσει εμπιστοσύνη στη Δημοκρατία με την ευκαιρία της «εορτής» της, πρωτίστως όφειλε να επισημείνει τις ηχηρές απουσίες: των τεσσάρων κοινοβουλευτικών πρώην Πρωθυπουργών της χώρας.
