Το Νέο Πολιτικό Τοπίο: Αντιπολίτευση σε Στασιμότητα και Ηγεσίες σε Αμφισβήτηση

Η πολιτική σκηνή βρίσκεται σε διαδικασία ριζικής ανανέωσης, με νέες δυνάμεις να προστίθενται στην εκλογική «λίστα»; Σύμφωνα με έρευνα της δημοσιογράφου Έλλης Τριανταφύλλου στο webreporter.gr, οι υφιστάμενες πολιτικές δυνάμεις της Βουλής παρακολουθούν αυτή την εξέλιξη με έντονη αγωνία, ίσως και με φόβο. Ωστόσο, η ανησυχία αυτή φαίνεται μάλλον αδικαιολόγητη. Δεν αναμένονται ουσιαστικές αλλαγές σε μια χώρα για την οποία ο αείμνηστος Νίκος Παπαζόγλου είχε πει εύστοχα: «Όλα τριγύρω αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν».

Το newsletter του webreporter καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.

Η φιλοσοφική παρατήρηση από τον «Γατόπαρδο» – «για να μείνουν όλα ίδια, όλα πρέπει να αλλάξουν» – μοιάζει πιο επίκαιρη από τη συμβουλή αυτοβοήθειας του Αμερικανού συγγραφέα Γουέιν Ντάιερ: «Αν αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα, τα πράγματα που βλέπεις θα αλλάξουν». Ξεχνούντας όμως τα αποφθέγματα, προς το παρόν, η μόνη εμφανής αλλαγή στην εγχώρια πολιτική σκακιέρα, με τους σημερινούς πρωταγωνιστές, είναι ότι οι παραστάσεις της κόβουν όλο και λιγότερα εισιτήρια. Αυτό συμβαίνει ίσως επειδή στην αντιπολίτευση λείπουν οι ηγέτες ικανοί να φέρουν τις αλλαγές, ενώ περισσεύουν οι «Κουταλιανοί»: άτομα που επιδεικνύουν ικανότητες, αλλά λειτουργούν αποσπασματικά και ατομικά, φοβούμενοι τη σύγκλιση για τη δημιουργία μιας εναλλακτικής πρότασης.

Η «Βιομηχανία» των Δημοσκοπήσεων και η Απουσία του Κοινού

Αν εξετάσουμε την τρέχουσα επικαιρότητα, θα διαπιστώσουμε ότι η φημολογία για το νέο πολιτικό σκηνικό δεν πηγάζει από τη δυναμική της αντιπολίτευσης, αλλά από την άνθιση της «βιομηχανίας» των δημοσκοπήσεων.

Πρόκειται για προϊόντα ιδιωτικών επιχειρήσεων που προσφέρονται πλουσιοπάροχα σε «πίτες», «κολώνες» και «διαγράμματα». Το αρχικό τους προϊόν, το γκάλοπ, αντικαθίσταται όλο και περισσότερο από «εκτιμήσεις ψήφου», που έχουν μεγαλύτερη εμπορική αξία στην αγορά των ΜΜΕ. Υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ μιας πρόγνωσης για το αποτέλεσμα «αν γίνουν εκλογές την επόμενη Κυριακή» και μιας μεταφοράς αυτού του αποτελέσματος σε υψηλότερα ποσοστά, μέσω «αναγωγών» και άλλων υπολογισμών. Επιπλέον, στην «παράλληλη αγορά» κυκλοφορούν δημοσκοπήσεις για κόμματα που ουσιαστικά δεν υφίστανται.

Σε αυτό που αποκαλείται τρέχουσα πολιτική συζήτηση ως επικείμενη «αλλαγή πολιτικού σκηνικού», απουσιάζει κάτι θεμελιώδες πέρα από τη συντονισμένη αντιπολίτευση: η συμμετοχή του κοινού ως παράγοντας αλλαγής στην Ιστορία. Χωρίς την ενεργό παρουσία των πολιτών –μέσω κινητοποιήσεων, απεργιών, διαδηλώσεων, συμμετοχής σε κινήματα και προσχώρησης σε κόμματα– οι αλλαγές δεν μπορούν να επιτευχθούν. Εφόσον οι ηγεσίες της αντιπολίτευσης δεν καταφέρνουν να «βγάλουν τον κόσμο στον δρόμο», ο θόρυβος που παράγουν αντιμετωπίζεται εύκολα από μια κυβέρνηση όχι μόνο αδίστακτη, αλλά και με πολύ περισσότερα μέσα στη διάθεσή της, τα οποία χρησιμοποιεί προκλητικά και ανερυθρίαστα.

Από αυτή την οπτική γωνία, η «πολιτική σκηνή» όχι μόνο δεν βρίσκεται στα πρόθυρα ανατροπών, αλλά τα όσα συμβαίνουν προκαλούν κυρίως πλήξη, παρά προσφέρουν ελπιδοφόρες προοπτικές για το μέλλον των –φαινομενικά– φλύαρων αντιπολιτευόμενων δυνάμεων.

Ο Μητσοτάκης ως «Εγγυητής» και οι 4 «Δεύτεροι»

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει ο «πωλών τοις μετρητοίς». Παρά τα δύο τετραετή διαστήματα διακυβέρνησης και τη γενικευμένη δυσφορία για την πολιτική του, τις ενέργειες της κυβέρνησής του –στη Βουλή, τη Δικαιοσύνη, τους θεσμούς και τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος–, την αδιαφάνεια, τη διαχειριστική ανεπάρκεια και την εκχώρηση του κυβερνητικού βήματος σε ακραίες φωνές, οι δημοσκόποι τον παρουσιάζουν αδιαμφισβήτητα ως «νικητή». Όπως θα έλεγε ο Κοέλιο, «ο νικητής τα παίρνει όλα». Αυτό δικαιολογείται, καθώς για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας μετά τη μεταπολίτευση, μια τόσο έντονα επικρινόμενη κυβέρνηση έχει απέναντί της μια τόσο ανίκανη και κατακερματισμένη αντιπολίτευση, χωρίς κεντρική ηγετική φυσιογνωμία. Στον ευρύτερο «προοδευτικό» χώρο, από όπου θα μπορούσε να προκύψει μια εναλλακτική λύση, κυριαρχούν προσωπικές επιδιώξεις, με στοιχεία μικρομεγαλισμού και ενίοτε αδικαιολόγητης φιλοδοξίας. Αντί για συσπείρωση και δημιουργία μιας κυβερνητικής δύναμης, παρατηρείται το φαινόμενο τα ισχυρότερα κόμματα της αντιπολίτευσης να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, διευκολύνοντας έτσι τη Νέα Δημοκρατία να διατηρήσει την πρώτη θέση, ανεξαρτήτως ηγεσίας.

Αυτή τη στιγμή, υπάρχουν τέσσερις υποψήφιοι για τη θέση του «δεύτερου» στην αντιπολίτευση. Οποιοσδήποτε από αυτούς ισχυρίζεται ότι έχει πιθανότητες να κερδίσει τις εκλογές, απλώς «αυτοτρολάρεται», καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις που να θεμελιώνουν έναν τέτοιο υποτιθέμενο στόχο. Αυτό διαμορφώνει ένα περιβάλλον για τη χειρότερη κοινοβουλευτική συνθήκη από το 1974: η νέα αξιωματική αντιπολίτευση θα είναι ακόμη πιο αδύναμη από τη σημερινή, με ποσοστά που αναμένεται να κυμανθούν μεταξύ 10-15%. Κατά συνέπεια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με το αναμενόμενο 25%, δεν αισθάνεται ανασφάλεια, τουλάχιστον από την αντιπολίτευση.

Το «Γαλάζιο» Σενάριο «Α λα Σημίτη» και ο Μαραθώνιος

Η μόνη απειλή για τον πρωθυπουργό προέρχεται από ένα σενάριο που συζητείται σε κάποιους κύκλους της ευρύτερης Δεξιάς: την εμφάνιση ενός κλίματος εντός της Νέας Δημοκρατίας, παρόμοιου με αυτό που το 2004 οδήγησε το ΠΑΣΟΚ σε προεκλογική αλλαγή ηγεσίας.

Η αίσθηση «με Σημίτη χάνουμε, ας δοκιμάσουμε με τον Γ. Παπανδρέου» σάρωσε τον τότε ισχυρό Πρωθυπουργό, ο οποίος είχε στο ενεργητικό του δύο εκλογικές νίκες και την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη.

Εάν παρόμοια λογική επικρατήσει στη Νέα Δημοκρατία – «με τον Μητσοτάκη χάνουμε, με άλλον επικεφαλής κερδίζουμε» – το σενάριο αντικατάστασης, ενδεχομένως με τη συγκατάθεση του σημερινού πρωθυπουργού, «α λα Σημίτη», μπορεί να προχωρήσει. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, ωφελημένη θα είναι η ίδια η Νέα Δημοκρατία, ενώ η αντιπολίτευση θα συνεχίσει να αναζητά λύσεις. Είναι σαν να λέμε: ήξερε τις απαντήσεις, αλλά της άλλαξαν τις ερωτήσεις. Προς το παρόν, στον «Μαραθώνιο» που έχει ήδη ξεκινήσει, η Νέα Δημοκρατία αναμένεται να προσεγγίσει τον τερματισμό, έστω και εξαντλημένη, ενώ το ετερόκλητο συγκρότημα των αντιπάλων της θα παρακολουθεί τη σκόνη της, πολλά χιλιόμετρα πίσω.

Η νέα κυβέρνηση θα προκύψει μέσω συνεργασιών, τις οποίες ήδη σχεδιάζουν κάποιοι, ακόμα κι αν αυτοδιαψεύδονται. Ωστόσο, ο ρόλος του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα είναι πιθανότατα αξιολύπητος, δεδομένου του αναμενόμενου ποσοστού. Ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος απέρριψε περιφρονητικά τη θέση αυτή στο παρελθόν, και ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο οποίος δεν την κέρδισε στην κάλπη, αν δεν καταφέρουν να την κατακτήσουν εκ νέου, θα πρέπει πιθανώς να αποσυρθούν, καθώς ο πήχης αναμένεται να παραμείνει πολύ ψηλά.

Οι υπόλοιποι διεκδικητές δεν διαθέτουν ούτε τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις: είναι αδιανόητο να φανταστεί κανείς τον Βελόπουλο, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου ή την Έλενα Καρυστιανού ως επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης.

Από τη «Ζημιά» του 2023 στην Αναζήτηση Άξονα

Η ρίζα της τρέχουσας δυσπραγίας βρίσκεται στο 2023. Τότε, η απλή αναλογική δημιουργούσε προϋποθέσεις για την αντικατάσταση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η «ζημιά» για τη Δημοκρατική παράταξη έγινε τότε από τον Νίκο Ανδρουλάκη, ο οποίος απέρριψε τη συνεργασία για την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα, παρότι το ΠΑΣΟΚ είχε σημαντική διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ το 2019. Σήμερα, η ζημιά προκαλείται από τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος, αν και δεν έχει πλέον κόμμα –αφού «σμπαράλιασε» αυτό που τον ανέδειξε–, διεκδικεί την πρωτοπορία, επικαλούμενος τις «μαγικές» του ιδιότητες και το «άστρο» του, στοιχεία που απέχουν πολύ από την εποχή του 2015.

Οι σημερινές πολιτικές συνθήκες και η κοινή λογική οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η νέα συσπείρωση των Δημοκρατικών δυνάμεων θα μπορούσε να γίνει με άξονα το ΠΑΣΟΚ, ακόμη και αν απαιτούνταν αλλαγή ηγεσίας. Δεν υπάρχουν σαφείς λόγοι για συσπείρωση γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα, με βάση το χάρισμα της δημόσιας παρουσίας του. Από αυτή την άποψη, ηγέτης της μιας πλευράς του πολιτικού φάσματος θα έπρεπε να είναι ο Βαγγέλης Βενιζέλος και της άλλης ο Κώστας Καραμανλής.