«Δεν είναι δυνατόν τα κόμματα, με όσα υπόσχονται, να δείχνουν ότι δεν τους ενδιαφέρει να αποφύγουμε τα λάθη που μας οδήγησαν στην κρίση. Εμείς προχωράμε με προσεκτικά βήματα», δήλωσε ο υφυπουργός Ενέργειας και Περιβάλλοντος, Νίκος Τσάφος, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση της ανεξάρτητης βουλευτού Παναγιώτας Πούλου, σχετικά με το περιορισμένο όφελος των νοικοκυριών από τη μείωση των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ).
Ο υφυπουργός επισήμανε ότι η μείωση των ΥΚΩ καθίσταται πλέον εφικτή χάρη στις διασυνδέσεις της Κρήτης και των Κυκλάδων. Παρόλο που όλοι θα επιθυμούσαν μεγαλύτερη μείωση, αυτή δεν είναι εφικτή, καθώς τα νησιά μας εξακολουθούν να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια χρησιμοποιώντας μαζούτ και ντίζελ. Το κόστος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα έχει πενταπλασιαστεί από το 2018 έως το 2025, αυξανόμενο από περίπου 40 εκατομμύρια ευρώ σε 200 εκατομμύρια ευρώ. Παρά την αύξηση αυτή στους ρύπους, δεν έχει υπάρξει προσαρμογή στις χρεώσεις των ΥΚΩ, με αποτέλεσμα να δημιουργείται έλλειμμα στον ειδικό λογαριασμό. Ο κ. Τσάφος επανέλαβε ότι ο λιγνίτης δεν μπορεί πλέον να ανταγωνιστεί τις άλλες μορφές ενέργειας που περιλαμβάνονται στο ενεργειακό μείγμα της χώρας.
Σχολιάζοντας τις αναφορές στον Δείκτη Ενεργειακής Φτώχειας της Eurostat, ο οποίος καταγράφει το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν αδυναμία κάλυψης των ενεργειακών τους αναγκών, ο υφυπουργός ανέφερε: «Πράγματι, αυτό το ποσοστό του 18,1% είναι πολύ υψηλό στην τελευταία μέτρηση και μας ανησυχεί βαθύτατα. Ωστόσο, είναι σημαντικό να εξετάσουμε αυτόν τον δείκτη διαχρονικά. Υπάρχει στη χώρα μας από το 2003, και τότε το ποσοστό αυτό ήταν 17,4%. Εν μέσω μιας δεύτερης ενεργειακής κρίσης, καταφέραμε να διατηρήσουμε αυτόν τον δείκτη σχεδόν σταθερό, ενώ στην Ευρώπη, από το 2019 έως σήμερα, ο δείκτης αυτός έχει αυξηθεί κατά 27%».
Σχετικά με τις αυξήσεις στα καύσιμα και την ενέργεια, ο κ. Τσάφος τόνισε ότι η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται αγνοώντας τις παγκόσμιες εξελίξεις, τη Ρωσία και την κατάσταση στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. «Σαν να μην βιώνουμε τη δεύτερη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση, τη στιγμή που μόλις είχαμε καταφέρει να ξεφύγουμε από τα τελευταία κατάλοιπα της προηγούμενης ιστορικής ενεργειακής κρίσης που πέρασε ποτέ η Ευρώπη», πρόσθεσε.
Ο υφυπουργός επεσήμανε τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ και γι’ αυτό ζητά τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης να θεωρούνται έκτακτα και να εξαιρεθούν από τις σχετικές ρήτρες. Από την πλευρά της, η ανεξάρτητη βουλευτής Παναγιώτα Πούλου υποστήριξε ότι «η Κυβέρνηση παρουσιάζει τη μείωση κατά 50% των ΥΚΩ ως μια δήθεν ελάφρυνση στους λογαριασμούς ρεύματος, την οποία ονομάζει και στήριξη των νοικοκυριών. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα ακόμα μέτρο παρωδίας και ένα μνημείο πολιτικής κοροϊδίας», καθώς, όπως ανέφερε, «αφορά μόνο την πρώτη κλίμακα» και για ένα μέσο νοικοκυριό η εξοικονόμηση ανέρχεται σε μόλις ένα με ενάμιση ευρώ μηνιαίως. «Αυτή η μείωση δεν μπορεί να θεωρηθεί σημαντική για την ελληνική οικογένεια», κατέληξε η βουλευτής.
Την ίδια στιγμή, πρόσθεσε η βουλευτής, για να καλυφθεί το έλλειμμα του ειδικού λογαριασμού ΥΚΩ, «λαμβάνονται 200 εκατομμύρια ευρώ από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, δηλαδή τα χρήματα μπαίνουν από τη μια τσέπη και βγαίνουν από την άλλη, χρεώνοντάς τα στον φορολογούμενο». Η κυρία Πούλου επέκρινε την Κυβέρνηση για προκατάληψη στην απόφαση της ΡΑΕΕ, ενώ έθεσε και το θέμα της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας, καθώς και τη διατήρηση κρίσιμων υποδομών στην Πτολεμαΐδα. Η βουλευτής ζήτησε άμεσα να υπάρξει μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα, καθώς και φορολόγηση των παρόχων ενέργειας.
