Σοκ προκαλούν τα νέα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) σχετικά με την υπερχρέωση των Ελλήνων πολιτών, αποκαλύπτοντας ότι ένας στους τέσσερις πολίτες βρίσκεται αντιμέτωπος με χρέη που υπερβαίνουν το 200% του εισοδήματός του. Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι το 2025 τα ελληνικά νοικοκυριά αναγκάστηκαν να καλύψουν το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης και τις πληρωμές οφειλών τους, εξαντλώντας αποταμιεύσεις ύψους 3,7 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Στην πρόσφατη ανάλυσή της για τον συστημικό κίνδυνο των ελληνικών τραπεζών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 17 Ιουνίου, το ΔΝΤ ρίχνει φως στις κρυφές «πληγές» του ιδιωτικού χρέους.
Αν και ο συνολικός τομέας των νοικοκυριών παρουσιάζει μείωση στο χρέος, οι ευπάθειες στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας παραμένουν σημαντικές. Σύμφωνα με την ανάλυση, το 25% των νοικοκυριών με τα υψηλότερα χρέη (που αντιστοιχεί στο 75ο εκατοστημόριο) εμφανίζει χρέος που υπερβαίνει κατά πολύ το 200% του εισοδήματός τους, εγκλωβίζοντας ουσιαστικά έναν στους τέσσερις πολίτες σε έναν ασφυκτικό κλοιό οφειλών.
Ευάλωτοι στην ακρίβεια
Το Ταμείο τονίζει ότι τα νοικοκυριά είναι εξαιρετικά ευάλωτα στο υψηλό κόστος διαβίωσης, το οποίο επιβαρύνει περαιτέρω το ήδη αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης των δανείων τους.
Σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι Έλληνες δαπανούν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους σε βασικά αγαθά, όπως τρόφιμα, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, αλλά και ενοίκια. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι οι υψηλότερες τιμές ενέργειας, ως συνέπεια της συνεχιζόμενης σύρραξης στη Μέση Ανατολή, αναμένεται να επιδεινώσουν δραματικά αυτές τις πιέσεις.
Χρησιμοποιώντας εξειδικευμένους δείκτες μέτρησης κινδύνου, το Ταμείο διαπιστώνει ότι το χρέος που κατέχουν τα «νοικοκυριά σε κίνδυνο» παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα:
- Αγγίζει σχεδόν το 20% του συνολικού χρέους, εάν εξεταστεί μόνο η πίεση από το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων (δείκτης DSTI άνω του 0,4). Υπενθυμίζεται ότι ο δείκτης Debt Service-to-Income ratio (DSTI) μετράει το ποσοστό του εισοδήματος που δαπανάται για την εξυπηρέτηση χρεών. Με δείκτη 0,4, ένα νοικοκυριό δαπανά το 40% του εισοδήματός του για χρέη.
- Εκτοξεύεται στο 33%, εάν συνυπολογιστούν και τα βασικά έξοδα για τρόφιμα και λογαριασμούς (διευρυμένος δείκτης άνω του 0,7 ή 70% του εισοδήματος).
Οι κίνδυνοι
Οι προσομοιώσεις σε επίπεδο νοικοκυριών καταδεικνύουν ότι οι δανειολήπτες είναι εξαιρετικά ευάλωτοι σε σοκ που πλήττουν το πραγματικό τους εισόδημα, όπως σε ένα σενάριο ύφεσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, πολλοί θα αναγκάζονταν να δαπανήσουν ένα τεράστιο ποσοστό του εισοδήματός τους –της τάξης του 70%– μόνο για την κάλυψη βασικών εξόδων και την πληρωμή δόσεων, γεγονός που θα καθιστούσε τα δάνειά τους υψηλού κινδύνου αθέτησης.
Μια τέτοια μείωση εισοδήματος μπορεί να προκύψει είτε από ύφεση, είτε από περιόδους υψηλού πληθωρισμού όπου η ακρίβεια αυξάνεται ταχύτερα από τις αυξήσεις των μισθών. Σε ένα σενάριο ύφεσης, αν συνυπολογιστεί η ανάγκη κάλυψης των εξόδων επιβίωσης (τρόφιμα, ρεύμα), το μερίδιο του χρέους που κατέχουν τα υπερβολικά πιεσμένα νοικοκυριά θα εκτινασσόταν κατά 16% πάνω από το βασικό σενάριο, επιβαρύνοντας σοβαρά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Αρνητική αποταμίευση
Ταυτόχρονα, η εικόνα εξάντλησης των οικονομικών πόρων αποτυπώνεται με σαφήνεια και στα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Σύμφωνα με το αγγλόφωνο δελτίο της κεντρικής τράπεζας, η αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών διατηρήθηκε σταθερή το 2025 στο -1,5% του ΑΕΠ, που ισοδυναμεί με δαπάνες περίπου 3,7 δισεκατομμυρίων ευρώ από «τα έτοιμα» (ποσό αμετάβλητο σε σχέση με το 2024).
Σύμφωνα με την ΤτΕ, αυτή η εξέλιξη οφείλεται στο γεγονός ότι ο ρυθμός αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος (5,3%) οριακά κάλυψε την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης (5,5%).
Η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, οι αυξημένες καταναλωτικές δαπάνες, καθώς και η αποπληρωμή φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, άσκησαν σημαντική καθοδική πίεση στις αποταμιεύσεις των Ελλήνων, διατηρώντας τες σταθερά σε αρνητικό έδαφος.
Παρόλα αυτά, το δελτίο καταλήγει επισημαίνοντας ότι η αρνητική αποταμίευση παρουσίασε κάποια βελτίωση σε σύγκριση με τον μέσο όρο της περιόδου 2016–2019 (προ πανδημίας), ο οποίος διαμορφωνόταν στο -2,2% του ΑΕΠ. Αυτή η βελτίωση οφείλεται κυρίως στη θετική συμβολή των καθαρών κεφαλαιακών μεταβιβάσεων, δηλαδή των μέτρων στήριξης που παρείχε η κυβέρνηση.
