Alpha Bank: Ευοίωνες Προοπτικές για το Εισόδημα και την Περιουσία των Ελληνικών Νοικοκυριών

Οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για το διαθέσιμο εισόδημα και την περιουσιακή θέση των ελληνικών νοικοκυριών παραμένουν θετικές, όπως επισημαίνεται στην εβδομαδιαία οικονομική ανάλυση της Alpha Bank. Η αισιοδοξία αυτή τροφοδοτείται από:

  • Τις φορολογικές και εισοδηματικές παρεμβάσεις που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια. Σε αυτές περιλαμβάνονται η αναμόρφωση της φορολογικής κλίμακας, η οποία ωφελεί κυρίως νέους και οικογένειες με παιδιά, η ενίσχυση των συνταξιούχων, οι αυξήσεις στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και η περαιτέρω αύξηση του κατώτατου μισθού.
  • Την επενδυτική δυναμική που δημιουργείται από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, του Εθνικού Αναπτυξιακού Προγράμματος και άλλων ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών.

Αυτές οι εξελίξεις αναμένεται να ενισχύσουν την οικονομική δραστηριότητα, να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας και να αυξήσουν την παραγωγικότητα της οικονομίας. Ως αποτέλεσμα, αναμένεται περαιτέρω άνοδος του διαθέσιμου εισοδήματος και βελτίωση της περιουσιακής θέσης των νοικοκυριών. Επιπλέον, η διατήρηση δημοσιονομικού χώρου επιτρέπει την εφαρμογή στοχευμένων μέτρων στήριξης των εισοδημάτων σε περιόδους εξωγενών διαταραχών, όπως οι πρόσφατες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.

Η οικονομική ανάλυση της Alpha Bank αναλύει περαιτέρω την κατάσταση:

Η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών καθορίζεται τόσο από το διαθέσιμο εισόδημα (που επηρεάζει την κατανάλωση και την αποταμίευση) όσο και από τον πλούτο (που αντανακλά τη συσσωρευμένη οικονομική τους ευρωστία). Και τα δύο αυτά μεγέθη παρουσίασαν βελτίωση τα τελευταία δύο χρόνια. Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συνέχισε να αυξάνεται, κυρίως λόγω της ενίσχυσης της απασχόλησης και της οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό, αντανακλώντας την άνοδο τόσο του χρηματοοικονομικού όσο και του μη χρηματοοικονομικού πλούτου.

Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν η γενικότερη βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών, η ισχυρή τουριστική επίδοση, η ενίσχυση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας της χώρας (ιδίως μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας) και η άνοδος της εγχώριας χρηματιστηριακής αγοράς. Στο παρόν Δελτίο, εξετάζεται η εξέλιξη και η σύνθεση του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος και του πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών. Η σύγκριση με τις χώρες της Ευρωζώνης δείχνει ότι, παρά τις βελτιώσεις, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά στο διαθέσιμο εισόδημα, ενώ εμφανίζει συγκριτικά καλύτερη εικόνα ως προς τον πλούτο.

Αναλυτικότερα, το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα παρουσιάζει ανοδική πορεία τα τελευταία δύο χρόνια, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης περίπου 5%. Η τάση αυτή συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026 (+3,2% σε ετήσια βάση). Η αύξηση του εισοδήματος ήταν υψηλότερη από τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό της περιόδου (3%), συμβάλλοντας στη σταδιακή ανάκτηση μέρους των πραγματικών εισοδηματικών απωλειών που υπέστησαν τα νοικοκυριά κατά τη διετία 2022-2023, λόγω των έντονων πληθωριστικών πιέσεων.

Η αποταμίευση, ωστόσο, παρέμεινε αρνητική (περίπου -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος), καθώς η ιδιωτική κατανάλωση σε ονομαστικούς όρους υπερέβη το διαθέσιμο εισόδημα. Αυτό υποδηλώνει ότι ένα μέρος της καταναλωτικής δαπάνης χρηματοδοτείται από εναλλακτικές πηγές, όπως η αξιοποίηση αποταμιεύσεων που συσσωρεύτηκαν κατά την πανδημία, αλλά και ο τραπεζικός δανεισμός. Ο δωδεκάμηνος ρυθμός μεταβολής των καταναλωτικών δανείων στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα κινείται έντονα ανοδικά, διαμορφώνοντας το τελευταίο διαθέσιμο στοιχείο (Ιούνιος) στο 6,9%.

Επιπλέον, η αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών ενισχύει το αίσθημα οικονομικής ασφάλειας, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της κατανάλωσης (wealth effect).

Η άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης τα τελευταία χρόνια αποτελεί βασικό παράγοντα ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Αυτό αντανακλάται στη χρηματοοικονομική σύνθεση της αύξησης του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος. Συγκεκριμένα, η αύξηση των εισοδημάτων τη διετία 2024-2025 προήλθε πρωτίστως από τις αμοιβές εξαρτημένης εργασίας και δευτερευόντως από το λειτουργικό πλεόνασμα/μικτό εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων και των ατομικών επιχειρήσεων. Και οι δύο αυτές κατηγορίες συνέχισαν να αυξάνονται το πρώτο τρίμηνο του 2026 κατά 4,3% και 6% αντίστοιχα. Το εισόδημα περιουσίας συνεισέφερε επίσης θετικά τη διετία 2024-2025, αν και σε μικρότερο βαθμό. Η αύξηση του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών περιορίστηκε μερικώς από την αρνητική συμβολή των άμεσων φόρων, οι οποίοι, ωστόσο, συσχετίζονται θετικά με τα εισοδήματα των νοικοκυριών.

Ως προς την αξία του πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα, καταγράφεται έντονη αύξηση από τα μέσα του 2022, η οποία επιταχύνθηκε κατά την τελευταία διετία. Αυτή η άνοδος ερμηνεύεται από την ανατίμηση των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού, καθώς και, σε ορισμένο βαθμό, από τη δημιουργία νέου πλούτου. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα υπερέβη το 1 τρισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές το τέταρτο τρίμηνο του 2025, καταγράφοντας σωρευτική αύξηση 19% (ή 161 δισ. ευρώ) τη διετία 2024-2025.

Από τις επιμέρους υποκατηγορίες του χρηματοοικονομικού πλούτου, τα αμοιβαία/επενδυτικά κεφάλαια υπερδιπλασίασαν την αξία τους μέσα σε μία διετία. Ακολούθησαν ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος και οι εισηγμένες μετοχές, ενώ έπονται τα ομόλογα, οι ασφάλειες ζωής και οι καταθέσεις. Στον μη χρηματοοικονομικό πλούτο, η αξία των ακινήτων αυξήθηκε κατά 16% και του μη χρηματοοικονομικού επιχειρηματικού πλούτου κατά 13%. Αξιοσημείωτη είναι η μεταβολή στην αναλογία χρηματοοικονομικού και μη χρηματοοικονομικού πλούτου υπέρ του πρώτου τα τελευταία έτη. Το τέταρτο τρίμηνο του 2018, η αξία του χρηματοοικονομικού πλούτου αντιστοιχούσε μόλις στο 26% του συνολικού ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών, ποσοστό που αυξήθηκε σταθερά στο 37% μέχρι το τέλος του 2025.

Τέλος, εξετάζεται η κατάταξη της Ελλάδας μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης ως προς το διαθέσιμο εισόδημα και τον καθαρό πλούτο του αντιπροσωπευτικού νοικοκυριού (μείον το χρέος). Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιείται το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης και η διάμεσος του καθαρού πλούτου των νοικοκυριών (που δεν επηρεάζεται από ακραίες τιμές).

Από τα 19 κράτη-μέλη της Ευρωζώνης με διαθέσιμα στοιχεία για το τέταρτο τρίμηνο του 2025, η Ελλάδα βρίσκεται στη 15η θέση ως προς τη διάμεσο του καθαρού πλούτου (περίπου 118 χιλιάδες ευρώ), μπροστά από χώρες όπως η Κροατία, η Λετονία, η Λιθουανία και η Εσθονία. Στην πρώτη θέση είναι το Λουξεμβούργο, ακολουθούμενο από τη Μάλτα, την Ιρλανδία και το Βέλγιο.

Όσον αφορά στο προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, η κατάταξη της Ελλάδας είναι χαμηλότερη. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το 2024, η Ελλάδα βρισκόταν στην προτελευταία θέση, ξεπερνώντας μόνο τη Λετονία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη Βουλγαρία για την ίδια περίοδο, η οποία το 2022 είχε χαμηλότερο κατά κεφαλήν προσαρμοσμένο διαθέσιμο εισόδημα από την Ελλάδα.

Η καλύτερη κατάταξη της Ελλάδας στον καθαρό πλούτο συγκριτικά με το διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, αντανακλά κυρίως τη μεγάλη βαρύτητα της ακίνητης περιουσίας στη σύνθεση του πλούτου. Αυτό συνδέεται με τη σημαντική αύξηση της αξίας των ακινήτων τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την άνοδο της οικονομικής δραστηριότητας, και τη διαγενεακή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.