Από το 2021, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην ώθηση των επενδύσεων, στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και στον εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας. Καθώς το πρόγραμμα βαίνει προς την ολοκλήρωσή του, η διατήρηση της επενδυτικής ορμής αναδεικνύεται σε κρίσιμη πρόκληση, σύμφωνα με την ανάλυση της Alpha Bank. Η συνέχιση αυτής της επενδυτικής δραστηριότητας είναι απαραίτητη για την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, την αναβάθμιση του παραγωγικού δυναμικού, την αύξηση της παραγωγικότητας και τον ουσιαστικό μετασχηματισμό του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας.
Πρωτιά στην ΕΕ, κάλυψη του επενδυτικού κενού και το χρονοδιάγραμμα
Η Ελλάδα αναδεικνύεται ως η χώρα που ωφελείται περισσότερο εντός της ΕΕ-27, με πόρους που ανέρχονται στο 16% του ΑΕΠ (στοιχεία 2023). Μέχρι τα μέσα του 2026, η υλοποίηση του προγράμματος προχωρά με ικανοποιητικούς ρυθμούς: έχει επιτευχθεί το 53% των οροσήμων και έχει εισπραχθεί το 68,5% των διαθέσιμων πόρων. Τον Μάιο υποβλήθηκε νέο αίτημα για εκταμίευση 1,6 δισ. ευρώ. Οι πληρωμές προς τους τελικούς δικαιούχους καλύπτουν το 50% των επιχορηγήσεων και λίγο παραπάνω από το ένα τρίτο των δανείων. Έως τα τέλη Μαΐου, τα δάνεια του ΤΑΑ, σε συνδυασμό με τραπεζική χρηματοδότηση και ίδια κεφάλαια, έχουν κινητοποιήσει επενδυτικά σχέδια συνολικού ύψους 29 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, οι πραγματικές επενδύσεις στην Ελλάδα παρουσίασαν μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 10,3% κατά την περίοδο 2022-2025, καταγράφοντας τη δεύτερη υψηλότερη επίδοση στην ΕΕ, μετά την Κροατία. Ως αποτέλεσμα, ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ έφτασε το 16,9% το 2025, καλύπτοντας το ήμισυ της απόστασης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και αναστρέφοντας τη βαθιά αποεπένδυση της προηγούμενης δεκαετίας (23,3% το 2008, 11,2% το 2014, 11% το 2019). Τα κράτη-μέλη έχουν την υποχρέωση να ολοκληρώσουν τα ορόσημα έως τις 31 Αυγούστου 2026 και να υποβάλουν αιτήματα έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026, ενώ οι τελικές εκταμιεύσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πραγματοποιηθούν έως το τέλος του έτους. Δεδομένης της χρονικής υστέρησης στη διοχέτευση των πόρων, η θετική επίδραση θα συνεχιστεί και μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προβλέπει θετικό ρυθμό επενδύσεων για το 2027 και προσέγγιση του 18% του ΑΕΠ.
Οι προοπτικές των επενδύσεων εμφανίζονται πλέον λιγότερο εξαρτημένες από προσωρινά χρηματοδοτικά προγράμματα και περισσότερο συνδεδεμένες με τα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας.
Ενίσχυση της ελκυστικότητας και η χρηματοδοτική γέφυρα της μετά-ΤΑΑ εποχής
Η βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος –μέσω της ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας το 2023, της πολιτικής σταθερότητας, των δημοσιονομικών επιδόσεων και της εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος– έχει ενισχύσει σημαντικά την ελκυστικότητα της χώρας. Αυτό αντικατοπτρίζεται στις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) και στη στροφή προς τον μηχανολογικό, τεχνολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό, καθώς και στα προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας.
Για την περίοδο μετά το ΤΑΑ, η χρηματοδοτική γέφυρα θα βασιστεί στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης (ΕΠΑ 2026-2030) ύψους 23 δισ. ευρώ, με έμφαση σε υποδομές, πράσινη μετάβαση, καινοτομία και ψηφιακό μετασχηματισμό. Επιπλέον, θα αξιοποιηθεί πλήρως το ΕΣΠΑ 2021-2027 και το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034. Σύμφωνα με την πρόταση που βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση, οι πόροι που ενδέχεται να κατευθυνθούν στην Ελλάδα από το 2028 εκτιμώνται σε πάνω από 49 δισ. ευρώ.
Επιπρόσθετα, στοχευμένα εργαλεία όπως το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο και το Ταμείο Εκσυγχρονισμού θα συμβάλουν στην ενίσχυση της ενεργειακής αναβάθμισης, της κοινωνικής στέγασης και των πράσινων μεταφορών. Η επιτυχία της επόμενης ημέρας θα εξαρτηθεί από τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας και την προσέλκυση επαρκών ιδιωτικών κεφαλαίων.
