Η κατάργηση της υποχρέωσης προσκόμισης αποδεικτικού φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας για τους δικαιούχους στήριξης, στο πλαίσιο του Στρατηγικού Σχεδίου Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης, αναμένεται να ωφελήσει περισσότερους από 24.000 νέους γεωργούς. Αυτή τη διαβεβαίωση έδωσε ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γιάννης Αδριανός, στηρίζοντας τη σχετική διάταξη τροπολογίας που κατατέθηκε στο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης.
Ο κ. Αδριανός εξήγησε ότι η ρύθμιση αυτή «απαντά σε ένα πραγματικό και πιεστικό πρόβλημα ρευστότητας, ιδίως για περίπου 6.800 δικαιούχους της Πρόσκλησης του 2004, των οποίων η ένταξη και η πληρωμή της ενίσχυσης μετατέθηκε κατά ένα έτος προκειμένου να διενεργηθούν πρόσθετοι έλεγχοι». Οι εν λόγω δικαιούχοι, όπως ανέφερε ο υφυπουργός, «υποχρεώθηκαν για περισσότερο από ένα έτος να καλύπτουν με δικούς τους πόρους το λειτουργικό και επενδυτικό κόστος των νεοσύστατων αγροτικών τους εκμεταλλεύσεων, χωρίς να έχουν λάβει ακόμη την ενίσχυση πρώτης εγκατάστασης, ύψους από 21.000 έως 30.800 ευρώ».
Στις συνθήκες αυτές, πρόσθεσε, «είναι εύλογο η έλλειψη αυτής της απαραίτητης ρευστότητας να έχει οδηγήσει κάποιους δικαιούχους στη δημιουργία ή τη συσσώρευση χρεών. Συνεπώς, η απαίτηση ενημερότητας θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εμπόδιο στην καταβολή της ενίσχυσής τους». Άλλωστε, επισήμανε ο κ. Αδριανός, αυτή «η ενίσχυση είναι ακατάσχετη και ανεκχώρητη, άρα η υποβολή αυτών των ενημεροτήτων ήταν ένα αμιγώς διοικητικό εμπόδιο».
Σχετικά με την άλλη διάταξη της τροπολογίας, που αφορά «Κυρώσεις για παραβάσεις υπόχρεων στο πλαίσιο υποβολής Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης», ο κ. Αδριανός ανέφερε ότι το 2026 σηματοδοτεί το πρώτο έτος εφαρμογής του νέου συστήματος, με τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ και τη λειτουργία νέου πληροφοριακού περιβάλλοντος για τους επαγγελματίες που υποστηρίζουν τους αγρότες στις δηλώσεις τους. Το νέο πλαίσιο, τόνισε ο υφυπουργός, «διακρίνει ορθά τη σοβαρότητα των παραβάσεων με αναλογικότητα», χωρίς να θεσπίζεται γενικευμένη επιείκεια στην αυστηρότητα των ελέγχων για τον πρώτο χρόνο εφαρμογής.
