Η Επιστροφή του Τσίπρα: Δύο Σημαντικά Εμπόδια και Άλλα «Προβληματάκια»

Η πορεία του Αλέξη Τσίπρα στην αντιπολίτευση έχει γνωρίσει δύο φάσεις: μία επιτυχημένη μετά το 2012 και μία οικτρά αποτυχημένη μετά το 2019. Αποχώρησε από μια πιθανή τρίτη προσπάθεια μετά το 2023, χωρίς καν να «ρίξει τουφεκιά», και τώρα μιλάει σαν να βρίσκεται ήδη στην τέταρτη. Η σκέψη του επικεντρώνεται στην εξασφάλιση της δεύτερης θέσης στις εκλογές, με στόχο την πρώτη.

Το newsletter του webreporter καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.

Η αισιοδοξία είναι αναμφίβολα κινητήριος δύναμη στην πολιτική, όμως δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η «ΕΛΑΣ» του Αλέξη Τσίπρα κερδίζει έδαφος στην κοινωνία. Δεν προκύπτει ότι το εκλογικό σώμα θα του εξασφαλίσει, από τις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, τον ρόλο του μείζονος αντιπολιτευόμενου – ίσως και κάτι παραπάνω. Αν επικαλείται τις τρέχουσες δημοσκοπήσεις, οι οποίες τον φέρνουν να ανταγωνίζεται την… Καρυστιανού αντί για το ΠΑΣΟΚ, και τις υιοθετεί, γιατί παραλείπει να αναφέρει ότι τον τοποθετούν πολύ πίσω από τον Μητσοτάκη, τον οποίο υποτίθεται ότι απειλεί να διαδεχθεί άμεσα;

Η Προσωπική Αντιπαράθεση ως Επικοινωνιακό Εργαλείο

Κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του στο Φόρουμ του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», ο πρώην πρωθυπουργός δήλωσε, σωστά, ότι αισθάνεται ικανοποίηση για «την αλαζονεία με την οποία με αντιμετωπίζει ο κ. Μητσοτάκης», ορίζοντάς τον ως «βασικό πολιτικό του αντίπαλο». Το ίδιο, άλλωστε, έκανε και ο απερχόμενος Πρωθυπουργός… με τον ίδιο!
Ακόμη πιο εύστοχα, είπε «δεν είμαστε όλοι ίδιοι» και «όλοι αλλάζουμε, αλλά ταυτόχρονα παραμένουμε ίδιοι». Παρόλο που η αναλογία αυτών των δηλώσεων στην περίπτωσή του δεν είναι ξεκάθαρη.

Ωστόσο, είναι εμφανές ότι πλέον χρησιμοποιεί διαφορετικά επικοινωνιακά εργαλεία. Απομακρύνεται από την παραδοσιακή προβολή της ιδεολογίας του και της αντίστοιχης πολιτικής, υιοθετώντας εργαλεία παρόμοια με αυτά του Μητσοτάκη. Επιχειρεί την αντιπαράθεση σε προσωπικό επίπεδο. «Εγώ γεννήθηκα στους Αμπελόκηπους, σε ένα τριάρι διαμέρισμα εκατό τετραγωνικών, από μια μέση οικογένεια, δεν σπούδασα σε ξένα πανεπιστήμια, δεν πήγα στο Columbia, έμαθα αγγλικά σε συνοικιακό φροντιστήριο, γι’ αυτό δεν έχω καλή προφορά, δεν είχα νταντάδες ξενόγλωσσες, δεν ήμουν γιος πολιτικού, δεν μεγάλωσα σε κάποιο τζάκι».

Η «τελείως διαφορετική διαδρομή» του Μητσοτάκη δεν προσφέρει πολλά για την έκβαση της αναμέτρησης μεταξύ τους, αν λάβουμε υπόψη την πολιτική Ιστορία. Αυτές οι διαφορές έχουν περισσότερο κινηματογραφική συγκίνηση. Με άλλα λόγια, δεν είναι σαφές πώς ακριβώς αυτή η αυτοπαρουσίαση του δίνει σήμερα πλεονέκτημα, όταν τα στοιχεία αυτά υπήρχαν στο παρελθόν και δεν τον ωφέλησαν.

Το Πραγματικό Πρόβλημα και το Έλλειμμα Εναλλακτικής

Για να είμαστε ειλικρινείς: αν κάποιος είχε μεγαλώσει σε διαμέρισμα 60 τετραγωνικών και δεν είχε καν τη δυνατότητα να πληρώσει για φροντιστήριο αγγλικών, ή γεννήθηκε σε καλύβα, θα ήταν προτιμότερος ως αντίπαλος του σημερινού Πρωθυπουργού;
Το πρόβλημα με τον Μητσοτάκη δεν είναι τα ξένα πανεπιστήμια στα οποία σπούδασε. Αντιθέτως, του προσδίδουν τεχνική επάρκεια στον απαιτητικό χώρο της πολιτικής.

Άλλωστε, κανείς δεν εμποδίζει τον Τσίπρα να λέει τόσο συχνά «καταλαβαίνω τι σημαίνει να μη βγαίνει ο μήνας». Όπως και το «κακόφημο» οικογενειακό του παρελθόν, ο χαρακτήρας του, ο ρηχός λόγος και η σκηνική του αδεξιότητα δεν τον έχουν εμποδίσει. Η πολιτική του είναι το πρόβλημα. Και αυτό δεν αντιμετωπίζεται με ηθικολογίες, ευχολόγια, εύκολες υποσχέσεις, αυτοβιογραφικά βιβλία και καλοπιάσματα κοινωνικών ομάδων. Χρειάζεται καθαρή ιδεολογία, σαφής πολιτική, χειροπιαστό πρόγραμμα, οργανωμένο κόμμα, αξιόμαχο πολιτικό προσωπικό, γνήσια επαφή με την κοινωνική βάση και μιντιακή στήριξη. Με εξαίρεση το τελευταίο, όλα τα υπόλοιπα στην περίπτωση της «ΕΛΑΣ» παραμένουν άγνωστα. Και η προσωπική σύγκριση στο δημόσιο χώρο, όσο και αν ευνοεί τον Τσίπρα, δεν τον έχει ωφελήσει ούτε μία φορά μέχρι τώρα…

Λογικά Κενά και Πολιτικές Ακροβασίες

Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος έκανε μια δήλωση που δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται από την πραγματικότητα – τουλάχιστον μέχρι στιγμής: «Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξέρει ότι στη δεύτερη κάλπη θα χάσει» και «θα δώσουμε μάχη να χάσει και στην πρώτη». Εδώ εντοπίζονται λογικά κενά και πολιτικές ακροβασίες. Αν δεν χάσει στην πρώτη κάλπη, πώς θα υπάρξει δεύτερη; Και για να χάσει, ποιοι ακριβώς θα «δώσουν τη μάχη»; Οι στρατιές της «ΕΛΑΣ» που δεν υπάρχουν – τουλάχιστον ακόμα; Οι, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, Συριζαίοι που ήδη προσχωρούν στο κόμμα του και εξασφαλίζουν θέσεις στα ψηφοδέλτιά του;

Ο Τσίπρας θα συμμετάσχει στις επόμενες εκλογές με τον ίδιο προσωπικό εξοπλισμό που είχε και στις προηγούμενες:

  • Έχει καλή σκηνική παρουσία, οργανωμένο πολιτικό λόγο και πρωθυπουργική εμπειρία.
  • Έβγαλε τη χώρα από τον Μνημονιακό κύκλο και έλυσε το Μακεδονικό, ενώ οι κυβερνήσεις του δεν επιβαρύνονται με σκάνδαλα διαφθοράς και η εντιμότητα του ιδίου δεν αμφισβητήθηκε – ώστε να την προβάλλει διαρκώς.

Από εκεί και πέρα, όμως, υπάρχουν ποικίλες επιβαρύνσεις που δεν αίρονται επειδή ο ίδιος τις αποδίδει σε έναν περιορισμένο κύκλο συνεργατών και υπουργών του – τους οποίους αφήνει πίσω ως «βαρίδια». Ούτε αποκτά αντίληψη του «σπαρασσόμενου πλανήτη» επειδή ταξίδεψε στην Αμερική και συνομιλεί με κάποιους περιθωριακούς στην Ευρώπη.

Επιπλέον, στα ελληνικά πολιτικά δρώμενα τον επιβαρύνει η χαμένη ευκαιρία να ανασυντάξει τη Δημοκρατική παράταξη και να εξελιχθεί στον φυσικό της ηγέτη. Αυτές οι ευκαιρίες δεν επαναλαμβάνονται – και δεν είναι θέμα πολιτικού μάρκετινγκ.

Το Ιδεολογικό Μωσαϊκό και η Ανάγκη για Ανανέωση

Ως τι, λοιπόν, διεκδικεί τώρα την εκλογική νίκη; Ο συνδυασμός «Ριζοσπαστική Αριστερά, Σοσιαλδημοκρατία, Πολιτική Οικολογία» που προβάλλει, όχι μόνο δεν έχει πλειοψηφικά χαρακτηριστικά, αλλά οι εσωτερικές του αντινομίες και η κατάσταση των επιμέρους «ρευμάτων» του τον καθηλώνουν, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Προφανώς, υπολαμβάνει τον εαυτό του ως κεντρικό πλεονέκτημα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό το στοιχείο υπάρχει – με μικρότερες αναλογίες από το παρελθόν, προφανώς. Άλλαξαν οι καιροί. Αρκεί όμως αυτό για να φέρει πολιτική αλλαγή – ειδικά προβάλλοντας την «επιστροφή» ως αυτοσκοπό;

Πολύ σωστά δηλώνει ότι «η πολιτική ζωή της χώρας χρειάζεται ανανέωση». Αλλά ο ίδιος δεν είναι ακριβώς «νέος», σίγουρα δεν είναι «καινούργιος» και κατά κανόνα η ανανέωση ξεκινά από την κορυφή – με άφθαρτους επικεφαλής.

Στο επιτελείο του Τσίπρα, λίγοι διαθέτουν τις πολιτικές προϋποθέσεις για να εκφράσουν την τάση της κοινωνίας να υιοθετεί νέα σχήματα. Και πάντως, όπως φάνηκε στις συγκεντρώσεις του, το ακροατήριό του απέχει πολύ από το να είναι νεανικό.

Ο Αιθεροβάμων Ηγέτης και οι Δύο Σκόπελοι

Θα μπορούσε να είναι πλεονέκτημα ότι παίρνει τα πράγματα από την αρχή, αν δεν είχε προηγηθεί η αυτοκαταστροφική «Ιθάκη» που έπληξε την ικανότητά του να αποφασίζει έγκαιρα και να οικοδομεί σχέσεις εμπιστοσύνης.

Αυτό που ο πρώην Πρωθυπουργός λέει δίκην απολογισμού, «κυβέρνησα 4,5 χρόνια, έχω νίκες, έχω και ήττες», θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως τεκμήριο πολιτικής ωρίμανσης. Όμως, όταν ούτε καν δύο μήνες μετά το Θησείο – χωρίς, ακόμη, διακριτό κόμμα, σαφή ιδεολογία και καθαρές πολιτικές θέσεις – προβάλλεται ως προσωπικό εγχείρημα επικείμενης επιστροφής στην πρωθυπουργία, δείχνει ότι παραμένει αιθεροβάμων.

Ακόμη και αν είναι με διαφορετικό τρόπο από το 2015, έχει δύο δυσχέρειες: Η πρώτη είναι ότι πριν «νικήσει τον Μητσοτάκη», πρέπει το κόμμα του να αναδειχθεί από την κάλπη ισχυρότερο από το ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι τόσο εύκολο όσο νομίζουν τα μειράκια και οι ξεπερασμένοι που συνθέτουν το προσωπικό του επιτελείο.

Η δεύτερη, ίσως σημαντικότερη, είναι ότι οι πρόθυμοι να πειραματιστούν λιγοστεύουν και τα κορόιδα τελείωσαν.