ΕΒΕΠ: Η Δύσκολη Εξίσωση των Υψηλών Επιτοκίων και του Ακριβού Ενεργειακού Κόστους για την Επιχειρηματικότητα

Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας έναν επικίνδυνο συνδυασμό πιέσεων που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή και, ειδικότερα, η ελληνική επιχειρηματικότητα. Οι αυξήσεις των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) συμπίπτουν με μια περίοδο όπου το ενεργειακό κόστος παραμένει εξαιρετικά υψηλό και ασταθές, δημιουργώντας μια δύσκολη εξίσωση για τις επιχειρήσεις.

Η αυστηρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ στοχεύει στον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων. Ωστόσο, η αύξηση του κόστους του χρήματος έρχεται την ώρα που οι επιχειρήσεις ήδη επιβαρύνονται σημαντικά από το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, καυσίμων, μεταφορών και πρώτων υλών. Για τις ελληνικές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), οι οποίες διαθέτουν περιορισμένη δυνατότητα πρόσβασης σε εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, αυτός ο συνδυασμός απειλεί άμεσα τη ρευστότητά τους, τις επενδυτικές τους δυνατότητες, την ανταγωνιστικότητά τους και την απασχόληση.

Το ΕΒΕΠ εντοπίζει επτά βασικές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία, οι οποίες προκύπτουν από τη συνύπαρξη των αυξημένων επιτοκίων και του υψηλού ενεργειακού κόστους:

  • Ακριβότερος Τραπεζικός Δανεισμός: Η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ μετακυλίεται σταδιακά στο κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, αυξάνοντας το κόστος εξυπηρέτησης υφιστάμενων κυμαινόμενων δανείων και νέων πιστώσεων.
  • Μεγαλύτερη Επιβάρυνση των Μικρών Επιχειρήσεων: Οι μικρότερες χρηματοδοτήσεις συχνά συνοδεύονται από υψηλότερο κόστος σε σχέση με τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά δάνεια. Αυτό σημαίνει ότι οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις κινδυνεύουν να επωμιστούν δυσανάλογο βάρος.
  • Πίεση στη Ρευστότητα: Η αύξηση του κόστους του κεφαλαίου κίνησης, σε συνδυασμό με τους αυξημένους λογαριασμούς ενέργειας και το υψηλότερο κόστος προμηθειών, περιορίζει τα διαθέσιμα κεφάλαια των επιχειρήσεων και αυξάνει τις καθημερινές τους χρηματοδοτικές ανάγκες.
  • Αναβολή και Περιορισμός Επενδύσεων: Καθώς το κόστος του κεφαλαίου αυξάνεται, όλο και περισσότερα επενδυτικά σχέδια καθίστανται οριακά. Ψηφιακές, παραγωγικές και ενεργειακές επενδύσεις ενδέχεται να μετατεθούν χρονικά, ακριβώς σε μια περίοδο που η οικονομία χρειάζεται αύξηση της παραγωγικότητας.
  • Περιορισμός της Κατανάλωσης: Τα υψηλότερα επιτόκια επιβαρύνουν και τα νοικοκυριά. Η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερη κατανάλωση και μείωση του τζίρου στην αγορά.
  • Διεύρυνση της Σημασίας του Επιτοκιακού Περιθωρίου: Σε ένα περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων, η διαφορά μεταξύ του κόστους δανεισμού και της απόδοσης των καταθέσεων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Οι επιχειρήσεις δικαιολογημένα αναμένουν αυξημένο ανταγωνισμό στο τραπεζικό σύστημα και βελτιωμένους όρους χρηματοδότησης.
  • Διπλή Πίεση από Επιτόκια και Ενέργεια: Αυτός είναι ο σημαντικότερος κίνδυνος. Οι επιχειρήσεις καλούνται ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσουν ακριβότερα το κεφάλαιο κίνησής τους και να πληρώσουν υψηλότερο ενεργειακό κόστος. Το αποτέλεσμα είναι συμπίεση των περιθωρίων κέρδους και μειωμένη δυνατότητα απορρόφησης των αυξήσεων χωρίς μετακύλισή τους στις τιμές.

Το ΕΒΕΠ προτείνει ως αναγκαίες παρεμβάσεις την ενίσχυση των εγγυοδοτικών και συγχρηματοδοτούμενων εργαλείων για τις ΜμΕ, τη διεύρυνση της πρόσβασης των μικρότερων επιχειρήσεων στην τραπεζική χρηματοδότηση, την επιτάχυνση των επενδύσεων ενεργειακής εξοικονόμησης και αυτοπαραγωγής, καθώς και στοχευμένες δράσεις για τη συγκράτηση του ενεργειακού κόστους.

Σε μια περίοδο γεωπολιτικής και ενεργειακής αβεβαιότητας, η ελληνική οικονομία έχει μεγαλύτερη ανάγκη από ποτέ από επιχειρήσεις με επαρκή ρευστότητα, δυνατότητα επενδύσεων και ανταγωνιστικό λειτουργικό κόστος. Οι δύο ταυτόχρονες πιέσεις δεν πρέπει να δημιουργήσουν επιπλέον κινδύνους για την πραγματική οικονομία.

Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, δήλωσε:

«Η επιχειρηματικότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία νέα δύσκολη εξίσωση. Από τη μία πλευρά έχουμε ακριβότερο χρήμα και από την άλλη ακριβή ενέργεια. Για μία μεγάλη επιχείρηση αυτή η διπλή πίεση, ίσως, είναι διαχειρίσιμη σε κάποιο βαθμό. Για μία μικρή, ή μεσαία επιχείρηση, όμως, μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για τη ρευστότητα, την επενδυτική της πορεία και τη βιωσιμότητά της.

Η αντιμετώπιση του πληθωρισμού είναι αναγκαία, αλλά εδώ έχουμε ενεργειακό και όχι γενικευμένο πληθωρισμό, που δεν πρέπει να οδηγήσει σε ένα νέο φρένο στη πραγματική οικονομία. Όταν, λοιπόν, σημαντικό μέρος των πληθωριστικών πιέσεων προέρχεται από την ενέργεια και γεωπολιτικούς παράγοντες, η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό εργαλείο αντιμετώπισης.

Οι επιχειρήσεις χρειάζονται πρόσβαση σε χρηματοδότηση με βιώσιμους όρους, περισσότερα εγγυοδοτικά εργαλεία, αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και ένα σταθερότερο και ανταγωνιστικό ενεργειακό περιβάλλον. Χρειάζεται, επίσης, οι αυξήσεις των επιτοκίων να μην επιβαρύνουν δυσανάλογα τους μικρότερους δανειολήπτες.

Το ζητούμενο είναι να αντιμετωπίσουμε τον πληθωρισμό χωρίς να περιορίσουμε την παραγωγή, να διατηρήσουμε τη ρευστότητα χωρίς να ανακόψουμε τις επενδύσεις και να μειώσουμε το ενεργειακό κόστος χωρίς να χάσουμε την ανταγωνιστικότητά μας. Η μάχη κατά του πληθωρισμού ακρίβειας δεν πρέπει να κερδηθεί με τίμημα τη ρευστότητα, τις επενδύσεις και την ανάπτυξη των ΜμΕ.»