Η Ελλάδα επιβαρύνεται με 6,35 δισ. ευρώ ετησίως λόγω φοροαπαλλαγών για offshore και άλλες εταιρείες

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει την κατάργηση των σημερινών φοροαπαλλαγών στην Ελλάδα, με στόχο την αύξηση των δημοσίων εσόδων και την εδραίωση της φορολογικής δικαιοσύνης. Ωστόσο, η ανάλυση των υφιστάμενων εκπτώσεων φόρου αποκαλύπτει σημαντικές προκλήσεις στην εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι και ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, κ. Γιάννης Στουρνάρας, έχει κατά καιρούς ταχθεί υπέρ της κατάργησης ορισμένων φοροαπαλλαγών, χωρίς όμως να προσδιορίζει ποιες ακριβώς.  

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για το 2024, ο αριθμός των φοροαπαλλαγών ανήλθε σε 1.236, με το συνολικό τους κόστος για τον προϋπολογισμό να φτάνει τα 22,88 δισ. ευρώ. Οι περισσότερες από αυτές αφορούν τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων και τη φορολογία ακινήτων νομικών προσώπων.  

Αναλυτικότερα:

  • Φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων: 252 φοροαπαλλαγές, με συνολικό κόστος 4,95 δισ. ευρώ. Το υψηλότερο δημοσιονομικό βάρος εδώ προκαλεί το αφορολόγητο όριο, που ανέρχεται σε 3,92 δισ. ευρώ. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται επίσης εκπτώσεις δαπανών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, απαλλαγές στο εισόδημα από κεφάλαιο (μερίσματα, τόκοι, δικαιώματα, ακίνητη περιουσία), απαλλαγές/μειώσεις στο εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου, στο εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, από τα τεκμήρια, καθώς και εκπτώσεις λόγω έκτακτων αναγκών (φυσικές καταστροφές, COVID-19, αύξηξη κόστους, πόλεμος στην Ουκρανία κ.λπ.).
  • Φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων: 265 φοροαπαλλαγές, με κόστος 5,81 δισ. ευρώ. Αυτές αφορούν υποκειμενικές απαλλαγές νομικών προσώπων, απαλλαγές στο εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, στα εισοδήματα από τόκους, δικαιώματα και μερίσματα βάσει διμερών συμβάσεων για αποφυγή διπλής φορολόγησης, απαλλαγές από τη φορολογία ορισμένων εισοδημάτων, εκπτώσεις δαπανών, μειωμένους συντελεστές φορολογίας, μειώσεις φόρου, απαλλαγές κατά τον μετασχηματισμό επιχειρήσεων, αναπτυξιακούς νόμους και δαπάνες λόγω έκτακτων αναγκών.
  • Φορολογία κεφαλαίου: 129 εκπτώσεις και απαλλαγές, με κόστος 9,07 δισ. ευρώ. Από αυτές επωφελήθηκαν 4.981.442 φυσικά και νομικά πρόσωπα, μέσω εκπτώσεων στον ΕΝΦΙΑ, στον Ειδικό Φόρο Ακινήτων, στις μεταβιβάσεις, γονικές παροχές, κληρονομιές και δωρεές.

Το Όφελος των Offshore Εταιρειών

Η φοροαπαλλαγή με το υψηλότερο δημοσιονομικό κόστος αφορά τον Ειδικό Φόρο Ακινήτων (ΕΦΑ) και ανήλθε το 2024 στα 6,35 δισ. ευρώ. Συγκριτικά, οι επόμενες σημαντικότερες απαλλαγές είναι:

  • Τα αφορολόγητα των επιχειρήσεων, κόστους 5,9 δισ. ευρώ.
  • Το αφορολόγητο των φυσικών προσώπων με ηλεκτρονικές πληρωμές, κόστους 3,9 δισ. ευρώ.
  • Οι απαλλαγές από τον φόρο μεταβίβασης ακινήτων, με δημοσιονομικό κόστος 2,43 δισ. ευρώ.

Σχεδόν Όλοι Επωφελούνται

Ο Ειδικός Φόρος Ακινήτων (ΕΦΑ) επιβάλλεται με συντελεστή 15% στην αντικειμενική αξία του ακινήτου. Τυπικά, αφορά νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες (ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρείες, οργανισμούς, offshore, εταιρείες ιδιωτικών επενδύσεων, trusts, προσωπικές επιχειρήσεις κ.λπ.) που κατέχουν εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητα εντός Ελλάδας. Παρόλο που ο σκοπός του ΕΦΑ είναι η καταπολέμηση της φοροαποφυγής μέσω εξωχώριων εταιρειών (offshore), που εκμεταλλεύονται τη μυστικότητα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος για να παραμένουν ανώνυμοι και να αποφεύγουν τη φορολογία ακινήτων, υφίσταται πλήθος εξαιρέσεων.  

Συγκεκριμένα, από τον ΕΦΑ εξαιρούνται:

  • Εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστήριο.
  • Ναυτιλιακές επιχειρήσεις που έχουν εγκαταστήσει γραφεία στην Ελλάδα βάσει ειδικών διατάξεων.
  • Εταιρείες που ασκούν εμπορική, μεταποιητική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή παροχής υπηρεσιών δραστηριότητα στην Ελλάδα, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα από αυτήν υπερβαίνουν τα έσοδα από ακίνητα (π.χ. ενοίκια).
  • Εταιρείες (κεφαλαιουχικές ή προσωπικές) με έδρα στην Ελλάδα ή την ΕΕ, οι οποίες έχουν ονομαστικές μετοχές ή μερίδια που καταλήγουν σε φυσικά πρόσωπα, εφόσον τα πρόσωπα αυτά διαθέτουν Α.Φ.Μ. στην Ελλάδα.

Επίσης, οι εταιρείες με ανώνυμες μετοχές απαλλάσσονται, εφόσον το σύνολο των μετοχών τους ανήκει σε εισηγμένες εταιρείες. Η ίδια απαλλαγή παρέχεται και σε εταιρείες με έδρα εκτός ΕΕ, υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα προέλευσής τους δεν περιλαμβάνεται στα «μη συνεργάσιμα κράτη».