Γροιλανδία: Ανακοινώνεται η Δημιουργία Τετρακομματικού Κυβερνητικού Συνασπισμού
Το κεντροδεξιό κόμμα Demokraatit, το οποίο πρόσφατα κατέκτησε τις τοπικές εκλογές στη Γροιλανδία, αναμένεται να ανακοινώσει αύριο Παρασκευή την ολοκλήρωση συμφωνίας για τη συγκρότηση ενός τετρακομματικού κυβερνητικού συνασπισμού. Η είδηση μεταδόθηκε από το τηλεοπτικό δίκτυο KNR και έρχεται σε μια περίοδο που ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επαναλαμβάνει τις απαιτήσεις του σχετικά με την προσάρτηση του νησιού, το οποίο ανήκει στο βασίλειο της Δανίας.
Ο Τραμπ επιμένει για τη Γροιλανδία: «Είναι απαραίτητη για την διεθνή ασφάλεια και πρέπει να την αποκτήσουμε».
Η ανακοίνωση της συμφωνίας για τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης ευρείας πλειοψηφίας συμπίπτει με την επίσκεψη του αμερικανού αντιπροεδρου Τζέι Ντι Βανς σε στρατιωτική βάση στις εγκαταστάσεις της Γροιλανδίας. Πηγή που γνωρίζει τις σχετικές διαπραγματεύσεις επιβεβαίωσε στο πρακτορείο Reuters ότι οι συνομιλίες μεταξύ των κομμάτων έχουν προχωρήσει σημαντικά.
Ο Γενς Φρέντερικ Νίλσεν, ηγέτης του Δημοκρατικού Κόμματος που κέρδισε τις εκλογές στις 11 Μαρτίου, θα αναλάβει τα ηνία της νέας κυβέρνησης.
Από τότε που επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος Τραμπ έχει δείξει έντονο ενδιαφέρον να προσαρτήσει τη Γροιλανδία, υποστηρίζοντας ότι η στρατηγική σημασία του νησιού είναι κρίσιμη για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.
Η αντίθεση των Γρολανδών:
Pεπορείται ότι οι περισσότεροι κάτοικοι της Γροιλανδίας απορρίπτουν τις απόψεις του Αμερικανού προεδρου. Ο απερχόμενος πρωθυπουργός Μούτε Έγκεντε είχε δηλώσει πρόσφατα: «Μέχρι εδώ και μη παρέκει». Από την άλλη πλευρά, ο νικητής των εκλογών Νίλσεν κάλεσε τα κόμματα να ξεπεράσουν τυχόν διαφωνίες τους και να σχηματίσουν γρήγορα μια κυβέρνηση ευρείας πλειοψηφίας ώστε να δείξουν ενότητα απέναντι στις φιλοδοξίες του Τραμπ.
Η Γροιλανδία υπήρξε πρώην αποικία της Δανίας και ανήκει στη χώρα αυτή από το 1953.Το 1979 απέκτησε κάποια αυτονομία με τις πρώτες βουλευτικές εκλογές στο νησί αλλά η Κοπεγχάγη συνεχίζει να ελέγχει θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας καθώς επίσης παρέχει περίπου ένα δισεκατομμύριο δολάρια ετησίως στην περιοχή. Αν και το 2009 κέρδισε δικαίωμα πλήρους ανεξαρτησίας μέσω δημοψηφίσματος, δεν έχει ακόμα προβεί σε αυτό λόγω ανησυχιών σχετικά με πιθανή επιδεινωμένη ποιότητα ζωής για τους κατοίκους της.
