Η Ελλάδα έχει επιτύχει να κερδίσει το δύσκολο στοίχημα της οικονομικής σταθεροποίησης, ωστόσο οι Βρυξέλλες υπενθυμίζουν ότι η επόμενη φάση απαιτεί μια διαφορετική μάχη: αυτή της ενίσχυσης της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητας.
Η σύσταση που ενέκρινε το Συμβούλιο Ecofin, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, σκιαγραφεί μια οικονομική εικόνα με δύο όψεις.
Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζεται η πρόοδος της χώρας στη δημοσιονομική εξυγίανση, η έξοδος από το καθεστώς των μακροοικονομικών ανισορροπιών και η βελτίωση της εμπιστοσύνης των αγορών. Από την άλλη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντοπίζει μια σειρά διαρθρωτικών αδυναμιών που εξακολουθούν να περιορίζουν την ανάπτυξη, όπως το υψηλό δημόσιο χρέος, η ενεργειακή εξάρτηση, οι καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης, η χαμηλή παραγωγικότητα, η στεγαστική πίεση και τα προβλήματα στη διαχείριση των φυσικών πόρων.
Το μήνυμα των Βρυξελλών είναι ξεκάθαρο: η σταθερότητα αποτέλεσε το πρώτο βήμα. Το επόμενο είναι η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.
Το χρέος μειώνεται, αλλά παραμένει «βαρίδι»
Η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στη μείωση του δημοσίου χρέους, το οποίο όμως παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Για το 2026, προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 140,7% του ΑΕΠ, ποσοστό που συγκαταλέγεται στα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση. Οι κίνδυνοι εξωτερικής χρηματοδότησης έχουν περιοριστεί χάρη στις ευνοϊκές συνθήκες, ωστόσο η ανισορροπία παραμένει σημείο προσοχής. Στο δημοσιονομικό πεδίο, η Ελλάδα αναμένεται να ακολουθήσει μια πιο επεκτατική πολιτική το 2026, με αύξηση των καθαρών δαπανών κατά 7,3%. Η απόκλιση από τον προτεινόμενο ρυθμό κρίνεται διαχειρίσιμη, κυρίως λόγω της αύξησης των αμυντικών δαπανών, που αναμένεται να φτάσουν το 2,6% του ΑΕΠ.
Οι φοροαπαλλαγές στο μικροσκόπιο – όχι κατάργηση, αλλά επανεξέταση
Ένα από τα βασικά σημεία των ευρωπαϊκών συστάσεων αφορά το φορολογικό σύστημα. Η Κομισιόν ζητά καλύτερους ελέγχους, μεγαλύτερη ψηφιοποίηση των φορολογικών και τελωνειακών μηχανισμών, καθώς και μεγαλύτερη διαφάνεια στις φορολογικές δαπάνες. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι 1.236 φοροαπαλλαγές που καταγράφονταν το 2025, με τις Βρυξέλλες να ζητούν συστηματική αξιολόγηση κατά πόσο εξυπηρετούν τον αρχικό τους σκοπό. Η σύσταση δεν προϋποθέτει άμεση κατάργηση των ρυθμίσεων, αλλά θέτει στην ημερήσια διάταξη την ανάγκη για έναν συνολικό επανέλεγχο ενός πολύπλοκου συστήματος με σημαντικό δημοσιονομικό κόστος.
Την ίδια στιγμή, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, παρά την πρόοδο στη φορολογική συμμόρφωση, εξακολουθούν να υπάρχουν κλάδοι και επαγγελματικές δραστηριότητες με υψηλά επίπεδα φοροδιαφυγής.
Η ενεργειακή εξάρτηση παραμένει «ανοιχτή πληγή»
Στο ενεργειακό μέτωπο, η Ελλάδα καλείται να επιταχύνει τη μετάβαση σε ένα πιο ανθεκτικό μοντέλο. Η εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα, και ιδίως από το φυσικό αέριο, συνεχίζει να προκαλεί ευαισθησίες στις τιμές χονδρικής της ηλεκτρικής ενέργειας. Η Κομισιόν εντοπίζει επίσης ότι το υφιστάμενο φορολογικό πλαίσιο δεν παρέχει πάντα τα σωστά κίνητρα για τον εξηλεκτρισμό, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις ευνοεί περισσότερο τα ορυκτά καύσιμα έναντι της ηλεκτρικής ενέργειας. Η πρόταση επικεντρώνεται σε αναπροσαρμογή των ενεργειακών φόρων, με στόχο την ενίσχυση της ηλεκτροκίνησης και την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης.
Ηλεκτροκίνηση: Από τα λεωφορεία στην αλλαγή ολόκληρου του μοντέλου μετακίνησης
Η Ελλάδα έχει κάνει βήματα στην ανανέωση των αστικών συγκοινωνιών με ηλεκτρικά οχήματα, ωστόσο οι Βρυξέλλες ζητούν μια συνολική στρατηγική απανθρακοποίησης των μεταφορών. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αγορά ηλεκτρικών οχημάτων, αλλά και η δημιουργία των απαραίτητων υποδομών: έξυπνοι μετρητές, δίκτυα που μπορούν να διαχειριστούν αυξημένη ζήτηση και λύσεις ευελιξίας για το ενεργειακό σύστημα.
Η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση θεωρείται κρίσιμο εργαλείο για τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας.
Νερό: Η νέα μεγάλη πρόκληση μετά την ενέργεια
Ένα από τα νέα μέτωπα που αναδεικνύει η ευρωπαϊκή αξιολόγηση είναι η διαχείριση των υδάτινων πόρων. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις λόγω ξηρασιών και ακραίων καιρικών φαινομένων, ενώ η γεωργία καταναλώνει πάνω από το 80% των διαθέσιμων υδάτων. Η Επιτροπή επισημαίνει ελλείψεις στη συλλογή όμβριων υδάτων και περιορισμένη επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων. Η νέα εθνική στρατηγική για τα ύδατα και το νέο μοντέλο διακυβέρνησης, που αναμένεται να εφαρμοστεί το 2026, αποτελούν προσπάθεια αντιμετώπισης ενός κινδύνου που αφορά πλέον όχι μόνο το περιβάλλον, αλλά και την οικονομία.
Στέγη: Η κρίση που μετατρέπεται σε οικονομικό πρόβλημα
Η στεγαστική κρίση αποκτά κεντρική θέση στις ευρωπαϊκές συστάσεις. Οι τιμές κατοικιών και τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, περιορίζοντας την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή κατοικία για μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει το πρόβλημα με τη χαμηλή προσφορά κατοικιών, τις περιορισμένες επενδύσεις και τις καθυστερήσεις στις διαδικασίες αξιοποίησης ακινήτων. Η Ελλάδα προωθεί ήδη μια εθνική στρατηγική στέγασης και το πρόγραμμα «Κοινωνική Αντιπαροχή», με στόχο την κινητοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων σε κοινωνική και προσιτή κατοικία.
Επιχειρήσεις: Χαμηλή ψηφιοποίηση και εμπόδια στην ανάπτυξη
Στο επιχειρηματικό περιβάλλον, η Κομισιόν εντοπίζει ακόμη σημαντικά προβλήματα. Οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις υστερούν στην υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών, με το ποσοστό να διαμορφώνεται στο 55,95%, έναντι 71,39% στην ΕΕ. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν κανονιστικά εμπόδια, αργές δικαστικές διαδικασίες και αβεβαιότητα λόγω ελλείψεων στον χωροταξικό σχεδιασμό. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις καθυστερήσεις πληρωμών από το Δημόσιο: περίπου μία στις τρεις μικρομεσαίες επιχειρήσεις δηλώνει ότι αντιμετωπίζει τέτοιο πρόβλημα, έναντι 20% κατά μέσο όρο στην Ευρώπη.
Οι κοινωνικές εκκρεμότητες: Εργασία, υγεία και ανισότητες
Η ευρωπαϊκή αξιολόγηση δεν εστιάζει μόνο στα δημοσιονομικά μεγέθη. Στην αγορά εργασίας, παραμένει σημαντικό το χάσμα απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών, ενώ υψηλό παραμένει και το ποσοστό των νέων που βρίσκονται εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης. Στον τομέα της υγείας, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά άμεσων πληρωμών από τους πολίτες στην ΕΕ, ενώ υπάρχουν σημαντικές γεωγραφικές ανισότητες στην πρόσβαση σε υπηρεσίες περίθαλψης.
Το ευρωπαϊκό μήνυμα: Η σταθερότητα κερδήθηκε, τώρα αρχίζει η δύσκολη μάχη της ανάπτυξης
Η νέα αξιολόγηση του Ecofin δεν συνιστά ένα νέο πλαίσιο επιτήρησης για την Ελλάδα, αλλά λειτουργεί ως «οδικός χάρτης» των προκλήσεων που καλείται να αντιμετωπίσει η χώρα στην επόμενη δεκαετία. Η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της την περίοδο της μεγάλης δημοσιονομικής κρίσης και έχει επιτύχει σημαντική πρόοδο στη μακροοικονομική σταθερότητα. Ωστόσο, οι Βρυξέλλες υποδεικνύουν ότι το επόμενο στοίχημα δεν αφορά πλέον την επιβίωση, αλλά τη σύγκλιση με τις πιο ανταγωνιστικές οικονομίες της Ευρώπης.
Το ζητούμενο είναι μια οικονομία με λιγότερες στρεβλώσεις, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, υψηλότερη παραγωγικότητα και μεγαλύτερη κοινωνική ανθεκτικότητα. Μια οικονομία που θα μπορεί να παράγει περισσότερο, να προσελκύει επενδύσεις και να ανταποκρίνεται στις νέες προκλήσεις, από την κλιματική αλλαγή έως τη δημογραφική πίεση.
Το μήνυμα των Βρυξελλών είναι σαφές: η σταθερότητα αποτέλεσε την απαραίτητη βάση, αλλά δεν είναι ο τελικός στόχος. Η μεγάλη πρόκληση τώρα είναι η μετάβαση σε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο.
Οι δημοσιονομικές κρίσεις μπορεί να ανήκουν στο παρελθόν, όμως η μάχη για ανταγωνιστικότητα, παραγωγικότητα και κοινωνική συνοχή μόλις περνά στην επόμενη φάση. Και αυτή θα κριθεί στις μεταρρυθμίσεις που θα υλοποιηθούν σήμερα, με σκοπό τη διαμόρφωση της οικονομίας της επόμενης δεκαετίας.
