Συντονισμένη Κριτική για την Εξωτερική Πολιτική: Καραμανλής και Σαμαράς Εξέφρασαν Δυσαρέσκεια

Η στάση της κυβέρνησης απέναντι στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής δέχτηκε δύο ισχυρά «χτυπήματα» μέσα σε μία ημέρα, προερχόμενα από τον Αντώνη Σαμαρά και τον Κώστα Καραμανλή. Η παρουσία του πρώτου, μαζί με τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, στην ομιλία του δεύτερου στο Πολεμικό Μουσείο, δημιούργησε αμηχανία στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Η αμηχανία αυτή δεν οφειλόταν μόνο στην αντίδραση της αντιπολίτευσης, μετά την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, αλλά και σε δύο επιπλέον, σημαντικούς λόγους.

Πρώτον, η κυβέρνηση είχε υιοθετήσει διαφορετική τακτική απέναντι στον κ. Καραμανλή, πιέζοντάς τον μέσω μεσολαβητών και μηνυμάτων να στηρίξει προεκλογικά τη ΝΔ, με στόχο να διαλυθεί η εντύπωση ότι δεν ήταν αρνητικά διακείμενος απέναντι στο νέο κόμμα που επρόκειτο να ιδρύσει ο κ. Σαμαράς. Δεύτερον, η σκληρή κριτική που άσκησαν οι δύο πρώην πρωθυπουργοί για τους κυβερνητικούς χειρισμούς σε όλα τα μέτωπα των εθνικών θεμάτων, καθιστά πιο δύσκολη την προσπάθεια της ΝΔ να επαναπροσεγγίσει τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της, οι οποίοι έχουν μετακινηθεί είτε στην «γκρίζα ζώνη» είτε σε κόμματα στα δεξιά της ΝΔ, αποτελώντας εκλογικό κοινό ιδιαίτερα ευαίσθητο σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Για όσους παρακολούθησαν στενά τις δημόσιες παρεμβάσεις του κ. Καραμανλή, ήταν εμφανές ότι, παρά τον διαφορετικό τόνο από τον κ. Σαμαρά, η κριτική του είχε ενταθεί σημαντικά.

Το newsletter του webreporter καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.

Και οι δύο πρώην πρωθυπουργοί, ο κ. Σαμαράς με άρθρο του στην εφημερίδα «Εστία» και ο κ. Καραμανλής στην εκδήλωση της Ένωσης Απόστρατων Αξιωματικών στο Πολεμικό Μουσείο για την 28η Οκτωβρίου, υιοθέτησαν παρόμοια στάση σε μια σειρά εξελίξεων.

Το τουρκολιβυκό μνημόνιο

Ο κ. Σαμαράς χαρακτήρισε τις πρόσφατες εξελίξεις στη Λιβύη ως απόλυτη αποτυχία: αποτυχία στη γεωπολιτική ανάλυση, στην πρόβλεψη, στους χειρισμούς και στο τελικό αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα, ζήτησε την αποπομπή του Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, χαρακτηρίζοντάς την ως μονόδρομο.

Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, διακηρύσσει ότι το μνημόνιο παραμένει παράνομο και ότι η απόφαση της Λιβύης δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα του. Αυτό είναι, φυσικά, νομικά ορθό. Η Τουρκία πράγματι λειτουργεί ως «πειρατής» του Διεθνούς Δικαίου και στο πλαίσιο του τουρκολιβυκού μνημονίου. Όσα διατυπώνει είναι παράνομα και παράλογα. Ωστόσο, αυτήν την Τουρκία επέλεξε ο κ. Μητσοτάκης να ονομάσει διεθνώς «φίλη», και μάλιστα με Συνθήκη. Για αυτά τα «ήρεμα νερά», που αποδείχθηκαν «φουρτουνιασμένη θάλασσα», ο κ. Γεραπετρίτης είχε δηλώσει «ας με πουν και μειοδότη».

Ο κ. Καραμανλής, από την πλευρά του, χαρακτήρισε την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου ως μια αναμφισβήτητα αρνητική εξέλιξη. Αν και μπορεί να μην παράγει νομικά αποτελέσματα, αποτελεί επίδειξη δύναμης, επιρροής και πρόκληση τετελεσμένων από τους γείτονες. Πρόσθεσε δε ότι «σφάλλουν λοιπόν και σφάλλουν βαρέως όσοι προωθούν αυτές τις αντιλήψεις. Διαβάζουν λάθος τη στρατηγική της Τουρκίας. Δεν πρόκειται ούτε για παρεξηγήσεις ούτε για επί μέρους μικροδιαφορές που επιδέχονται καλοπροαίρετης διευθέτησης. Πρόκειται για ολοκληρωμένο σχεδιασμό που αποσκοπεί στην συνολική ανατροπή του status quo στο Αιγαίο, στην απόκτηση δικαιωμάτων στην καρδιά του Αιγαίου στην πλάτη των ελληνικών νησιών, για έλεγχο του Αιγαίου μέχρι τον 25ο παράλληλο».

Το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης

Ο κ. Σαμαράς χαρακτήρισε τα δημόσια λεγόμενα ως «επιεικώς πολιτικά και νομικά παράλογα». Ο πρώην πρωθυπουργός ανέφερε τη δήλωση του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, ότι η Τουρκία δεν προβάλλει αντιρρήσεις υπό την προϋπόθεση ότι θα ενημερώνεται γραπτώς για τις εργασίες και με τις σχετικές συντεταγμένες, διότι, όπως είπε, δεν θέλει να διαταραχθεί το «status quo» στην περιοχή. Ως status quo, προφανώς, εννοεί το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Μνημόνευσε επίσης την απάντηση του κ. Γεραπετρίτη, ότι «η ενημέρωση σχετικά με την έρευνα και την πόντιση είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να είναι δυνατόν, με τη σαφή αναφορά ότι δεν πρόκειται για αδειοδοτική διαδικασία». Κατά τον κ. Σαμαρά, όταν ο Υπουργός Εξωτερικών λέει ότι δεν έχει αντίρρηση να ενημερωθεί η Τουρκία, στην πραγματικότητα αναγνωρίζει, εμμέσως πλην σαφώς, δικαιοδοσία της Τουρκίας. Ωστόσο, η Τουρκία δεν αδειοδοτεί το καλώδιο, και κανείς δεν υποχρεούται να της ζητήσει άδεια για να περάσει καλώδιο.

Ο κ. Καραμανλής εξέφρασε την αντίθεσή του σε οποιαδήποτε διαδικασία θα μπορούσε να εκληφθεί ως αναγνώριση δικαιώματος της Τουρκίας να εγκρίνει ελληνικές δραστηριότητες στο Αιγαίο. «Γι’ αυτό και οποιοδήποτε αίτημα για εκχώρηση άδειας από την Τουρκία για το καλώδιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Είτε αυτό ονομαστεί ενημέρωση είτε ανακοίνωση είτε όπως αλλιώς», υπογράμμισε. Προειδοποίησε μάλιστα ότι μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Μετά από αυτό, δεν θα μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα στο Αιγαίο, χωρίς την άδεια της Τουρκίας. Ακόμη και το παραμικρό έργο υποδομής μεταξύ των νησιών μας πια».

Συνολική ανατροπή του υφιστάμενου καθεστώτος στο Αιγαίο

Ο Κ. Καραμανλής υποστήριξε ότι η τουρκική στρατηγική δεν περιορίζεται σε επιμέρους διαφορές με την Ελλάδα, αλλά αποσκοπεί σε συνολική ανατροπή του υφιστάμενου καθεστώτος στο Αιγαίο. «Σφάλλουν λοιπόν και σφάλλουν βαρέως όσοι προωθούν αυτές τις αντιλήψεις. Διαβάζουν λάθος τη στρατηγική της Τουρκίας», ανέφερε, κάνοντας λόγο για σχεδιασμό που αποβλέπει στην απόκτηση δικαιωμάτων στην καρδιά του Αιγαίου και στον έλεγχό του μέχρι τον 25ο παράλληλο.

Αίσθηση επίσης προκάλεσε ο πρώτος πληθυντικός στην απάντησή του για όσους θεωρούν ότι «υπερβάλλουμε, όπως είπε, σχετικά με τη στάση της Τουρκίας. Ότι παρεξηγούμε κάθε της κίνηση και υπερθεματίζουμε στα δίκαιά μας. Ότι πρέπει να της αναγνωρίσουμε κάποια δικαιώματα. Ότι, έστω και αν μερικώς υπερβάλλει, έχει και θεμιτές απαιτήσεις, που πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε με πνεύμα καλής πίστης και συνδιαλλαγής. Ότι δεν μπορούμε να τα θέλουμε όλα δικά μας, να έχουμε μαξιμαλιστικές θέσεις, ότι μεταξύ γειτόνων πάντα υπάρχει η δυνατότητα ενός αποδεκτού συμβιβασμού» όπως είπε, η προσέγγιση αυτή ερμηνεύει απολύτως εσφαλμένα την Τουρκική στόχευση. Διότι δεν πρόκειται ούτε περί παρεξήγησης, ούτε περί μιας δευτερεύουσας διαφοράς που με επίδειξη θετικής διάθεσης και αμοιβαίων υποχωρήσεων δύναται να διευθετηθεί. Αν ήταν έτσι, η ελληνοτουρκική διένεξη θα είχε λυθεί προ πολλού. Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, από το 1974 και μετά, δοκίμασαν μια τέτοια συνεννόηση μέσω διαλόγου και καλλιέργειας κλίματος ύφεσης. Ματαίως όπως έμπρακτα απεδείχθη.

Το δόγμα των ήρεμων νερών

Ο κ. Σαμαράς, από την πλευρά του, σημείωσε ότι «το δόγμα των ήρεμων νερών και η περιβόητη Συνθήκη περί Φιλίας Ελλάδος και Τουρκίας, είναι το κορυφαίο λάθος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά τις συμφωνίες Μαδρίτης και Ελσίνκι, με τις οποίες αναγνωρίστηκαν ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στην περιοχή». Πρόσθεσε, ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα η κυβερνητική προπαγάνδα επιχείρησε να βαφτίσει το κρέας ψάρι. Θέλησε να πιστέψουμε πως τα δήθεν «ήρεμα νερά» και αυτή η Συνθήκη είναι απλά ένας … συνήθης διάλογος. «Κι όταν δύο πρώην πρωθυπουργοί αντιδράσαμε υποστηρίζοντας ότι η χώρα διολισθαίνει σε ντε φάκτο αποδοχή τετελεσμένων και ότι με αυτήν την πολιτική ξεπλένεται η Άγκυρα, δεχθήκαμε ειρωνείες και επιθέσεις», πρόσθεσε ο κ. Σαμαράς, τονίζοντας ότι δεν τον πειράζει αυτό, αλλά τον ενοχλεί ότι εθελοτυφλούν κι ότι ο κομματικός φανατισμός ορισμένων, εμποδίζει την ανάγνωση της εθνικής πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας που αποτυπώνεται και στο μείζον εθνικό θέμα της Μονής Σινά.

Ανησυχία για το κοινωνικοπολιτικό μοντέλο στην Ευρώπη

Ο Κ. Καραμανλής, στην ομιλία του, εξέφρασε την ανησυχία του για το κοινωνικοπολιτικό μοντέλο στην Ευρώπη και μίλησε για τις μεγάλες αντιδράσεις σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Όπως είπε, «η διαρκώς αυξανόμενη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η μεγάλη συρρίκνωση της άλλοτε ακμάζουσας μεσαίας τάξης, οι αυστηρές περικοπές στο κοινωνικό κράτος, λόγω της άκαμπτης δημοσιονομικής αυστηρότητας, η έλλειψη αισιόδοξης προοπτικής για τους πολλούς, τους λιγότερο ευνοημένους και τους νέους, συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα για το μέλλον της ηπείρου μας. Η μεγάλη πλειοψηφία αισθάνεται παραγκωνισμένη, αδικημένη και κυρίως με άδηλο το μέλλον. Αποκλεισμένη από το τραπεζικό σύστημα, κυνηγημένη από απρόσωπα funds, με αυξανόμενα αδιέξοδα στις ευκαιρίες εργασίας, την στέγαση, τις ποιοτικές υπηρεσίες υγείας και παιδείας. Χωρίς εμπιστοσύνη στην Δικαιοσύνη.

Το ισχύον κοινωνικοπολιτικό μοντέλο αμφισβητείται και απονομιμοποιείται. Οι εύκολοι και αβασάνιστοι αφορισμοί από τις ευημερούσες ελίτ και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης περί ακροδεξιάς επέλασης, ψεκασμένων και παρασυρμένων από ανέξοδους λαϊκισμούς, όχι απλώς δεν συνιστά επαρκή απάντηση, αλλά στην ουσία επιβαρύνει την κατάσταση. Όταν οι σταθεροί ψηφοφόροι των παραδοσιακών κομμάτων στην Γερμανία, την Γαλλία και την Αγγλία εγκαταλείπουν μαζικά την μόνιμη πολιτική τους στέγη, κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει. Το λέω και το επαναλαμβάνω γιατί με ανησυχεί βαθύτατα, για το μέλλον της Ευρώπης και των κρατών μελών της. Η απονομιμοποίηση του μεταπολεμικού κοινωνικού και πολιτικού οικοδομήματος με ευθύνη της Ευρωπαϊκής άρχουσας τάξης, πολιτικής και οικονομικής, έρχεται καλπάζοντας και βάζει σε κίνδυνο την ομαλότητα, την κοινωνική συνοχή και ηρεμία, τον τρόπο ζωής που γνωρίσαμε. Η βοή των πλησιαζόντων γεγονότων τείνει να γίνει εκκωφαντική».

Από την πλευρά της κυβέρνησης, δεν υπήρξε μέχρι χθες το βράδυ κανένα σχόλιο. Θα έχει ενδιαφέρον πώς θα τοποθετηθεί σήμερα ο εκπρόσωπός της.