Η «αποτυχία» της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ: Ζημιά έγινε, κατηγορίες αποδείχθηκαν αβάσιμες

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η οποία παραλίγο να οδηγήσει σε πολιτική αναταραχή στην Ελλάδα και προκάλεσε δριμεία κριτική από την Ευρωπαία Εισαγγελέα, αποδείχθηκε στην πραγματικότητα «άνθρακας ο θησαυρός». Η τελική πραγματογνωμοσύνη, που είχε παραγγελθεί από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για να θεμελιώσει τις κατηγορίες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η οικονομική ζημιά ήταν ασήμαντη, ενώ για τους περισσότερους κατηγορούμενους, η εμπλοκή ήταν μηδαμινή έως ασήμαντη. Παρόλα αυτά, ο αρχικός στόχος επετεύχθη: υπήρξε δημόσια κατηγορία, δυσφήμιση και για πολλούς, η πολιτική τους πορεία τέθηκε υπό αμφισβήτηση.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, για λόγους που παραμένουν αδιευκρίνιστοι, προχώρησε σε κατηγορίες χωρίς να αναμένει τα στοιχεία που θα επιβεβαίωναν τις ενδείξεις ενοχής. Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι τέσσερις υπουργοί παραιτήθηκαν, έντεκα εν ενεργεία βουλευτές κατηγορήθηκαν ψευδώς και υπέστησαν δημόσια διαπόμπευση, και ιστορικά στελέχη της κυβερνητικής παράταξης βρέθηκαν εκτός πολιτικής, ο θεσμός της EPPO φαίνεται να λειτουργεί με γνώμονα την «τσιμεντοποίηση» ατεκμηρίωτων κατηγοριών εναντίον πολιτικών προσώπων, αρκεί να υπάρχει δημοσιότητα, αναγνωρίσιμα ονόματα και χρονική διάρκεια. Η ουσία της αλήθειας των κατηγοριών φαντάζει δευτερεύουσα.

Η κατάχρηση εξουσίας και ο ρόλος του ΟΠΕΚΕΠΕ

Το κυρίαρχο στοιχείο είναι η παρουσίαση της EPPO ως αδιάφθορης Αρχής ηθικής και καταπολέμησης της διαφθοράς. Στο πλαίσιο αυτής της ρητορικής, η θεμελιώδης αρχή του δικαίου φαίνεται να υποχωρεί, με την κυβέρνηση να παραμένει απλός παρατηρητής της κατάφωρης και ανήθικης κατάχρησης εξουσίας από έναν θεσμό που υποτίθεται ότι προστατεύει τα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Η EPPO δεν δημιουργήθηκε για να παρεμβαίνει στις πολιτικές εξελίξεις των κρατών-μελών, ούτε για να ανατρέπει εκλεγμένες κυβερνήσεις ή να διαπομπεύει πολίτες και πολιτικούς για την ενίσχυση της προσωπικής εξουσίας της επικεφαλής της. Ο σκοπός της είναι η προστασία των ευρωπαϊκών κεφαλαίων, σύμφωνα με τους νόμους των κρατών-μελών, και όχι με βάση τις δικές της ερμηνείες του δικαίου. Στην Ελλάδα, το τεκμήριο της αθωότητας και η νομική προστασία πολιτών από αβάσιμες κατηγορίες είναι δεδομένα, απαιτώντας ισχυρές ενδείξεις ενοχής για την έναρξη ποινικής δίωξης. Αυτές οι αρχές, ωστόσο, φαίνεται να αμφισβητούνται από τη λειτουργία της EPPO.

Η ανατροπή του τεκμηρίου αθωότητας στην Ελλάδα

Σύμφωνα με τη νέα προσέγγιση, η δημόσια δυσφήμιση και η αδικαιολόγητη κατηγορία για ανύπαρκτα αδικήματα ή πράξεις που ουδέποτε τελέστηκαν καθίστανται εφικτές. Εάν η κατηγορία δεν μπορεί να αποδειχθεί άμεσα, τότε η εμπλοκή, η ενασχόληση ή η «ηθική αυτουργία» αρκούν για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη. Το βάρος της απόδειξης, αντί να βρίσκεται στην κατηγορούσα Αρχή, μετατοπίζεται στον κατηγορούμενο, μια πρακτική ξένη προς κάθε ευρωπαϊκό νομικό σύστημα, αλλά, όπως φαίνεται, αποδεκτή από την Ευρωπαία Εισαγγελέα.

Ακόμη και η ενδεχόμενη απαλλαγή των κατηγορούμενων εκ των υστέρων δεν αντιμετωπίζει το βασικό πρόβλημα: πώς προστατεύεται ο Έλληνας πολίτης από την κατάχρηση εξουσίας; Η υποχρέωση της κυβέρνησης να προστατεύει τους πολίτες της είναι θεμελιώδης. Όταν, μάλιστα, η κυβέρνηση επιχειρεί να το πράξει, η Ευρωπαία Εισαγγελέας αντιδρά, θέτοντας εμπόδια στην εκταμίευση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Το ερώτημα παραμένει: γιατί η ελληνική κυβέρνηση αποδέχεται εθελοντικά αυτή την κατάφωρη κατάχρηση εξουσίας ενός θεσμού με αμφίβολη νομιμοποίηση, που ουσιαστικά παρεμβαίνει στην εθνική κυριαρχία;