Η Ελλάδα απαλλάχθηκε από ένα «τοξικό» κατάλοιπο της συμφωνίας του 2012 για το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, μετά από μια σημαντική δικαστική νίκη έναντι των funds στο Λονδίνο. Τα warrants που είχαν εκδοθεί με ρήτρα ανάπτυξης, ως «γλυκαντικό» για να αποδεχθούν οι ομολογιούχοι το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων κατά 50%, θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό έως το 2042 με ετήσιες πληρωμές που θα έφταναν έως και 600 εκατομμύρια ευρώ.
Η λογική πίσω από τα warrants (δικαιώματα) που εκδόθηκαν το 2012 υπέρ των κατόχων ελληνικών ομολόγων ήταν απλή και ελκυστική για τα funds: Για κάθε χρονιά που το ΑΕΠ θα αυξανόταν πάνω από 2%, έως την λήξη των τίτλων το 2042, οι κάτοχοί τους θα λάμβαναν ένα μπόνους, υπολογιζόμενο με μαθηματικό τύπο, που θα μπορούσε να ανέρχεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Τα funds, όμως, έμειναν με την… όρεξη. Οι τίτλοι με ρήτρα ανάπτυξης (GDP-linked warrants) εξαγοράστηκαν πρόωρα από το κράτος τον περασμένο χρόνο, κίνηση που επικυρώθηκε με απόφαση δικαστηρίου του Λονδίνου, η οποία έχει ισχύ για όλους τους κατόχους των τίτλων, διασφαλίζοντας πλήρως το Ελληνικό Δημόσιο.
Η πρόωρη εξαγορά πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο και Μάιο του 2025 από τον ΟΔΔΗΧ. Καθώς η ελληνική οικονομία άρχισε να ανακάμπτει, γεγονός που θα πυροδοτούσε σημαντικές πληρωμές τα επόμενα χρόνια, το Ελληνικό Δημόσιο αποφάσισε τον Απρίλιο του 2025 να ασκήσει το δικαίωμα πρόωρης εξαγοράς (call option) για το σύνολο των τίτλων. Η τιμή εξαγοράς ορίστηκε σε λίγο παραπάνω από 25 σεντς (περίπου 252,28 ευρώ ανά 1.000 τίτλους), ενώ η συνολική ονομαστική αξία αυτών των τίτλων ξεπερνούσε τα 61 δισεκατομμύρια ευρώ.
Μια ομάδα επενδυτών, θεωρώντας ότι το τίμημα υπολογίστηκε λανθασμένα και ότι αυτή η κίνηση τους στέρησε μελλοντικά κέρδη από την ανάκαμψη της Ελλάδας, αμφισβήτησε νομικά την εγκυρότητα της διαδικασίας, προσφεύγοντας στο Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου (High Court) για αποζημιώσεις.
Ωστόσο, το δικαστήριο του Λονδίνου δικαίωσε πλήρως την Ελλάδα. Ο δικαστής έκρινε ότι η χώρα άσκησε απολύτως έγκυρα το δικαίωμα προαίρεσης για την εξαγορά των τίτλων και ότι ο υπολογισμός της τιμής εξαγοράς ήταν νόμιμος και δεσμευτικός. Παρόλο που η πλευρά των επενδυτών διατηρεί το δικαίωμα έφεσης, ουσιαστικά, το Ελληνικό Δημόσιο κατάφερε να «σβήσει» οριστικά αυτούς τους τίτλους από το χρέος του πριν γίνουν δυσβάσταχτοι λόγω της ανόδου του ΑΕΠ, κερδίζοντας τη μεγάλη νομική μάχη απέναντι στους πιστωτές.
Τι θα πλήρωνε το Δημόσιο
Οι πληρωμές των warrants προβλεπόταν ότι θα ξεκινούσαν από την πρώτη χρονιά που το ελληνικό ΑΕΠ θα ξεπερνούσε τα 267 δισεκατομμύρια ευρώ (όπως ήδη έχει συμβεί) και εφόσον ο ρυθμός ανάπτυξης υπερέβαινε το 2%. Για τον ακριβή υπολογισμό των ετήσιων πληρωμών, απαιτούνταν η εξέταση του μαθηματικού τύπου των συμβολαίων και, κυρίως, του ανώτατου ορίου (cap) που είχε τεθεί.
Το μέγιστο ποσό που θα μπορούσε να πληρώσει το κράτος σε μία χρονιά, με βάση αυτό το όριο, ήταν 617,9 εκατομμύρια ευρώ, όση ανάπτυξη κι αν πετύχαινε η χώρα. Ειδικότερα:
- Κατά το «κούρεμα» του 2012 (PSI), εκδόθηκαν GDP warrants με συνολική ονομαστική αξία (notional amount) περίπου 61,79 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτός ο αριθμός αποτελούσε τη βάση για τον υπολογισμό των ποσοστών πληρωμών.
- Σύμφωνα με τους όρους των τίτλων, αν η πραγματική ανάπτυξη της χρονιάς ξεπερνούσε το όριο-στόχο (που μετά το 2020 είχε «κλειδώσει» στο 2%), το Δημόσιο όφειλε να πληρώσει ένα ποσοστό επί της ονομαστικής αξίας. Ο πολλαπλασιαστής είχε οριστεί στο 1,5 επί τη διαφορά της ανάπτυξης. Για παράδειγμα, αν ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν 2,3%, η διαφορά θα ήταν 0,3%, που πολλαπλασιαζόμενη επί 1,5 θα έδινε συντελεστή 0,45% επί της συνολικής αξίας των τίτλων (σχεδόν 62 δισ. ευρώ). Σε αυτή την περίπτωση, το Δημόσιο θα πλήρωνε στα funds περίπου 280 εκατομμύρια ευρώ.
- Τα συμβόλαια προέβλεπαν ρητά ένα πλαφόν προστασίας του Δημοσίου: το ποσοστό πληρωμής δεν μπορούσε ποτέ να υπερβεί το 1% της ονομαστικής αξίας των τίτλων ετησίως. Συνεπώς, το 1% των 61,79 δισ. ευρώ αντιστοιχεί στο απόλυτο ετήσιο ταβάνι των 617,9 εκατομμυρίων ευρώ. Έτσι, η εφάπαξ εξαγορά τους με περίπου 160 εκατομμύρια ευρώ από τον ΟΔΔΗΧ αποδείχθηκε μια άκρως συμφέρουσα οικονομική κίνηση, που απελευθερώνει σημαντικούς πόρους του κρατικού προϋπολογισμού για τα επόμενα 16 χρόνια.
Η ανακοίνωση του ΟΔΔΗΧ: Μια σημαντική νίκη για την Ελλάδα
Ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) της Ελληνικής Δημοκρατίας ανακοίνωσε σήμερα ότι εξασφάλισε μια σημαντική νίκη στο Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας. Με απόφαση που εξέδωσε ο Αξιότιμος Δικαστής κ. Bright, το Δικαστήριο επικύρωσε την άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της Ελληνικής Δημοκρατίας να επαναγοράσει τους τίτλους συνδεδεμένους με το ΑΕΠ και επιβεβαίωσε ότι η Ελλάδα καθόρισε ορθά την τιμή επαναγοράς σύμφωνα με τον συμβατικό μηχανισμό τιμολόγησης.
Έπειτα από διήμερη ακροαματική διαδικασία στις 21 και 22 Απριλίου 2026, το Δικαστήριο εξέδωσε αναγνωριστική απόφαση, επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα άσκησε εγκύρως το δικαίωμα αγοράς βάσει του όρου 6.1 των όρων και προϋποθέσεων των τίτλων συνδεδεμένων με το ΑΕΠ. Το Δικαστήριο προσέθεσε δήλωση ότι η τιμή εξαγοράς ύψους 252,28 ευρώ ανά 1.000 τίτλους υπολογίστηκε και καθορίστηκε ορθά, με αναφορά στις τιμές αγοράς και πώλησης που παρείχε η Ηλεκτρονική Δευτερογενής Αγορά Τίτλων (ΗΔΑΤ) της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τις σχετικές 30 ημέρες διαπραγμάτευσης, όπως απαιτείται από τους όρους και τις προϋποθέσεις των τίτλων.
Η υπόθεση αφορούσε τίτλους συνδεδεμένους με το ΑΕΠ που εκδόθηκαν από την Ελλάδα το 2012, στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους της, με συνολικό ονομαστικό ποσό που υπερβαίνει τα 62 δισεκατομμύρια ευρώ, καθιστώντας τους τη μεγαλύτερη σειρά τίτλων συνδεδεμένων με το ΑΕΠ που έχει ποτέ εκδώσει κυρίαρχο κράτος. Η διαφορά προέκυψε αφού ορισμένοι επενδυτές αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της ειδοποίησης επαναγοράς εκ μέρους του ελληνικού κράτους και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό της τιμής εξαγοράς. Η Ελλάδα ζήτησε αναγνωριστική απόφαση από τα αγγλικά δικαστήρια προκειμένου να επιλυθούν οριστικά τα ζητήματα αυτά.
Σε μια αναλυτική απόφαση, το Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα ότι η τιμολόγηση θα έπρεπε να είχε προκύψει από εναλλακτικές πηγές της αγοράς και επιβεβαίωσε ότι η Ελλάδα εφάρμοσε ορθά το συμβατικό πλαίσιο κατά τον καθορισμό της τιμής.
Η υπόθεση αυτή ξεχωρίζει για την καινοτόμο χρήση της αναγνωριστικής απόφασης, ώστε να εκδοθεί μία ενιαία απόφαση σχετικά με την εφαρμογή ενός σύνθετου χρηματοοικονομικού εργαλείου, αποφεύγοντας κατακερματισμένες δικαστικές διαδικασίες και αντιφατικές αποφάσεις, και παρέχοντας βεβαιότητα σε εκδότες και λοιπά επηρεαζόμενα μέρη. Το Δικαστήριο ενέκρινε τη χρήση της αναγνωριστικής απόφασης στις συγκεκριμένες περιστάσεις ως τον «πλέον αποτελεσματικό» τρόπο επίλυσης της διαφοράς.
«Χαιρετίζουμε την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αγγλίας και τη σαφήνεια που παρέχει στους κατόχους των τίτλων και στην ευρύτερη αγορά. Η απόφαση επιβεβαιώνει τη δέσμευση της Ελλάδας να ενεργεί καλόπιστα και σύμφωνα με το εφαρμοστέο συμβατικό πλαίσιο», δήλωσε ο Δημήτρης Τσάκωνας, Γενικός Διευθυντής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Η Ελληνική Δημοκρατία εκπροσωπήθηκε από τη δικηγορική εταιρεία Cleary Gottlieb Steen & Hamilton LLP μέσω ομάδας υπό τους εταίρους Jim Ho και Naomi Tarawali, με βασικούς συνεργάτες τους Emma Williams και Georgina Evison και τους barristers Alain Choo Choy KC και Sam O’Leary του One Essex Court.
Αριθμός υπόθεσης: The Hellenic Republic v. Wilmington Trust (London) Limited (εναγόμενη ως Trustee βάσει Trust Deed ημερομηνίας 9 Μαρτίου 2012 με την Ελληνική Δημοκρατία) [2026] EWHC 1049 (Comm).
